«Ξαφνικά έσβησαν τα φώτα, ακούστηκε ένας κρότος και τότε άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν»

«Καμία απολύτως επίθεση δεν σημειώθηκε κατά αστυνομικών στην πλατεία Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη πριν την τρομοκρατική επιχείρηση των ΜΑΤ, τα ξημερώματα του Σαββάτου».

Αυτό τονίζει στο Πριν κάτοικος της περιοχής που από νωρίς το βράδυ της Παρασκευής είχε εικόνα των όσων λάμβαναν χώρα στην πλατεία Αγίου Γεωργίου και που στη συνέχεια υπήρξε μάρτυρας της αστυνομικής βαρβαρότητας κατά την ενορχηστρωμένη, όπως όλα δείχνουν, επίθεση ανδρών των ΜΑΤ και της ομάδας ΔΕΛΤΑ, διαψεύδοντας το αφήγημα της ΕΛΑΣ περί «παγίδας» κατά των αστυνομικών.

Το Πριν βρέθηκε στην πλατεία Αγίου Γεωργίου και συνομίλησε με αυτόπτες μάρτυρες της αστυνομικής επιχείρησης τα ξημερώματα του Σαββάτου. Η Μ.Σ., κάτοικος της περιοχής που είχε τη δυνατότητα συνεχούς επαφής με την πλατεία, μιλώντας στο Πριν τονίζει κατηγορηματικά ότι δεν προηγήθηκε κανένα απολύτως επεισόδιο πριν την αστυνομική επίθεση. «Είχα εικόνα της πλατείας από περίπου τις 10 το βράδυ της Παρασκευής. Δεν υπήρξε καμία επίθεση προς αστυνομικούς. Ούτε συνθήματα ακούστηκαν όλο αυτό το διάστημα. Όταν, δε, σημειώθηκε η επίθεση της αστυνομίας, από την πλατεία δεν ακουγόταν ούτε καν μουσική».

«Με το που βρέθηκα στην πλατεία είδα τα φώτα να σβήνουν και κόσμο να απομακρύνεται γρήγορα. Άκουσα έναν κρότο και τότε οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν», λέει στο Πριν η Ι.Σ., η οποία λίγα λεπτά πριν τις 2 τα ξημερώματα του Σαββάτου κατευθυνόταν προς την πλατεία Αγίου Γεωργίου και είδε να εκτυλίσσεται μπροστά της η άγρια αστυνομική επίθεση, της οποίας και η ίδια έπεσε θύμα. «Ξεκίνησα να πηγαίνω προς το σπίτι τρέχοντας. Ήλπιζα να προλάβω να μπω πριν διασταυρωθώ με μία διμοιρία ΜΑΤ που κινούταν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πήγαιναν ανά τριάδες και όπως περνούσαν χτύπαγαν κόσμο “στα τυφλά”. Στάθηκα μπροστά στην πόρτα και προσπάθησα να ανοίξω, έδειξα στους αστυνομικούς τα κλειδιά. Ένας άνδρας των ΜΑΤ με χτύπησε με την ασπίδα και με έριξε πάνω σε ένα αυτοκίνητο. Όταν σηκώθηκα, ένας άλλος με χτύπησε με κλομπ στο κεφάλι», περιγράφει, κάνοντας παράλληλα λόγο για ύβρεις με χυδαίες εκφράσεις από τα ΜΑΤ κατά γυναίκας που, έχοντας προλάβει να μπει σε πολυκατοικία, βγήκε ξανά για να πάρει το κινητό της τηλέφωνο που είχε πέσει στον δρόμο.

Καθώς η επιχείρηση της ΕΛΑΣ έλαβε χώρα σε πυκνοδομημένη και πυκνοκατοικημένη περιοχή, γρήγορα τα διαμερίσματα μετατράπηκαν σε «θαλάμους αερίων» καθώς τα ΜΑΤ δεν δίσταζαν να πετούν δακρυγόνα μπροστά στις εισόδους των πολυκατοικιών. Ενώ η πλατεία Αγίου Γεωργίου είχε αδειάσει γρήγορα μετά την επίθεση των ΜΑΤ σε συνθήκες πλήρους συσκότισης, στα στενά βόρεια της πλατείας, προς την οδό Φωκίωνος Νέγρη, λάμβανε χώρα ένα πραγματικό «μακελειό»: Άνδρες των ΜΑΤ και της ΔΕΛΤΑ επιτίθεντο αδιακρίτως κατά όσων προσπαθούσαν, σε καθεστώς πανικού και σύγχυσης, να διαφύγουν, χτυπώντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γ.Κ., ο οποίος έπεσε θύμα άγριου ξυλοδαρμού έχοντας μόλις βγει από το σπίτι του για να δει τι συμβαίνει, ενώ στη συνέχεια του φορτώθηκαν ανυπόστατες κατηγορίες και οδηγείται σε δίκη, μαζί με τους υπόλοιπους συλληφθέντες, την Πέμπτη 21 Μαΐου.

«Ενώ ο ένας με κρατούσε ακίνητο κάτω, οι υπόλοιποι ουρλιάζοντας “θα πεθάνεις ρε πούστη” και “τελείωσες τώρα”, άρχισαν να με βαράνε με γκλοπ, να με κλωτσάνε στο κεφάλι και στο πρόσωπο και να με χτυπάνε με μπουνιές. Δεν κατάλαβα πόσο κράτησε όλο αυτό. Νομίζω μεταξύ 30 δευτερολέπτων και ενός λεπτού. Στη συνέχεια μου φόρεσαν tire-up στα χεριά πισθάγκωνα, με σήκωσαν κρατώντας τα δεμένα μου χέρια ψηλά με αποτέλεσμα σχεδόν να σέρνομαι κάτω και με τράβηξαν αιμόφυρτο προς την οδό Κυψέλης. Εκεί αντίκρισα περίπου 25 άτομα που ήταν δεμένα και πεταμένα στο πάτωμα, τα περισσότερα νέοι άνθρωποι της ηλικίας μου ή και μικρότερης».

Για «κεφαλοκλείδωμα και ξύλο» από τους αστυνομικούς κάνει λόγο ένα ακόμη θύμα της αστυνομικής βαρβαρότητας που μίλησε στη σελίδα «Μένουμε Ενεργοί» υπό τον όρο της ανωνυμίας, σημειώνοντας, μάλιστα, ότι την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο συνάντησε άτομο του οποίου «το χέρι του κρεμόταν», μετά τον άγριο ξυλοδαρμό των ΜΑΤ στην Κυψέλη.

Από τον συνδυασμό των μέχρι στιγμής μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων και θυμάτων της αστυνομικής βίας στην πλατεία Αγίου Γεωργίου και τα γύρω στενά, προκύπτει ότι η επίθεση ήταν προσχεδιασμένη και καλά οργανωμένη. Από αργά το απόγευμα της Παρασκευής σε «απόσταση ασφαλείας» από την πλατεία υπήρχε «κλούβα» των ΜΑΤ, ενώ ο τρόπος που έγινε η αστυνομική επιχείρηση, με τους συγκεντρωμένους στην πλατεία να οδηγούνται, εν μέσω συσκότισης, προς τα στενά που «παραμόνευαν» διμοιρίες των ΜΑΤ και μηχανάκια της ΔΕΛΤΑ, δείχνει ότι υπήρχε στόχευση, μέσω της αστυνομικής βαρβαρότητας, να σταλεί μήνυμα εκφοβισμού με πολλαπλούς αποδέκτες.

Ερωτήματα γεννά εξάλλου η ξαφνική συσκότιση της πλατείας, δευτερόλεπτα πριν την επίθεση των ΜΑΤ, η οποία επιβεβαιώνεται από όλες τις μαρτυρίες και μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Ενήργησε μόνη της η ΕΛΑΣ κλείνοντας τον φωτισμό της πλατείας, ή έλαβε το «ελεύθερο», στην καλύτερη περίπτωση, από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το δήμο Αθηναίων;

Όσο για τον 52χρονο συλληφθέντα σχετικά με το «τηλεφώνημα-παγίδα» στην αστυνομία, όπως λέει με το κρατικό αφήγημα, φέρεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να είναι γνωστός στην περιοχή και να ανήκει στον ευρύτερο ακροδεξιό χώρο. Όσο οργανωμένη ήταν πάντως η επίθεση, άλλο τόσο ήταν αιφνίδια: Δεν υπήρξε καμία προειδοποίηση προς τους θαμώνες της πλατείας, ούτε τους ζητήθηκε να αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τις προηγούμενες εβδομάδες, κατά τη διάρκεια της καραντίνας, έκαναν συχνά την εμφάνισή τους περιπολικά ή μηχανές της ΕΛΑΣ που ζητούσαν από τους συγκεντρωμένους να αποχωρήσουν ή απλώς προχωρούσαν σε συστάσεις περί τήρησης αποστάσεων.

Μάλιστα, η τελευταία τέτοιου είδους «εμφάνιση» της ΕΛΑΣ έλαβε χώρα μία ημέρα πριν την λήξη της καραντίνας, χωρίς να σημειωθεί οποιοδήποτε επεισόδιο με τους συγκεντρωμένους.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ