Διασχίζοντας κάθετα την Πίνδο: Ένα ορεινό road trip από την Ηγουμενίτσα ως το Καρπενήσι

Η σκουρόχρωμη ραχοκοκαλιά της Πίνδου στον χάρτη με μαγνήτιζε πάντα. Για χρόνια κινούμουν συχνά στα δυτικά της, τα τελευταία χρόνια ολοένα και πιο συχνά στα ανατολικά της, προς βόρεια Ελλάδα. Αρκετές φορές την είχα διασχίσει οριζόντια, αυτό όμως που πραγματικά ήθελα ήταν να την ταξιδέψω κάθετα, από βορρά προς νότο.

Η διαδρομή σφηνώθηκε στο μυαλό μου ένα μεσημέρι τέλη Ιουλίου. Σχεδίασα στο maps ένα δρομολόγιο που λίγο πολύ παρέμενε στα βουνά από τα σύνορα με την Αλβανία μέχρι τον Κορινθιακό. Την αποθήκευσα σε printscreens. Ένα βράδυ μετά το δεκαπενταύγουστο μιλούσα με τον Ορφέα στο τηλέφωνο. Σκέφτομαι να κάνω αυτό, μόνος μου, με το αμάξι. Θες να ‘ρθεις; Ήθελε.

Συναντηθήκαμε στα Γιάννενα. Ο Ορφέας είχε φύγει το ίδιο πρωί από Αθήνα με το ΚΤΕΛ, εγώ από Κέρκυρα. Επέλεξα να αποφύγω την Εγνατία. Ο στόχος ήταν, αν είναι δυνατόν από την αρχή μέχρι το τέλος να μην μπούμε σε αυτοκινητόδρομο. Πιούρ επαρχιακό road trip. Από τα Γιάννενα τραβήξαμε βόρεια, προς Κόνιτσα. Στις Καρυές κόψαμε δεξιά και ανηφορίσαμε για Ζαγοροχώρια. Στα αριστερά μας μίκραινε η παλιά εθνική προς Κακαβιά. Περάσαμε τις βουνίσιες πύλες του Ζαγορίου, μας καλωσόρισε το γεφύρι του Κοκκόρη. Σταματήσαμε στην Ελάτη. Ήταν τέλη Αυγούστου, μεσημέρι, το χωριό ήταν έρημο. Ησυχία. Πριν νυχτώσει θέλαμε να είμαστε στη Βωβούσα, κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο στο νότιο πέρασμα μεταξύ δυτικού και ανατολικού Ζαγορίου. Κινούμασταν αργά κερδίζοντας ύψος, βλέποντας στο βάθος την ανατολική πλευρά από το Μιτσικέλι. Πίσω του ξέραμε ότι απλώνεται η πρωτεύουσα των βουνών. Σύντομα ο δρόμος έμπαινε στο δάσος.

Ανηφορίζαμε ανάμεσα σε πυκνά έλατα, ώσπου περάσαμε το διάσελο και αρχίσαμε την κατάβαση μέχρι να συναντήσουμε τον Αώο. Κινούμασταν παράλληλα μέχρι το χωριό. Μόλις που αφήσαμε το αμάξι και περπατούσαμε προς την πλατεία της Βωβούσας, ένας ηλικιωμένος Βλάχος μας καλωσόρισε λέγοντάς μας στο πόδι για την αυτονομία επί Τουρκοκρατίας, τους Γερμανούς που έκαψαν το χωριό, τα Γιάννενα όπου ξεχειμωνιάζει, αργότερα τον ακούσαμε να λέει για τα βλάχικα σχολεία που είχαν ανοίξει επί Βενιζέλου και τα αντίστοιχα ελληνικά στη Ρουμανία.

Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε πολύ πρωί. Πίσω από το καταφύγιο ακουγόταν η βουή του ποταμού. Το αμάξι ήταν παγωμένο παρότι ακόμα Αύγουστος. Ξεκινήσαμε για τη Λάιστα. Η ανατολή μας βρήκε να ανηφορίζουμε έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο, με τη Βωβούσα να χάνεται στην πρωινή πάχνη, στην μικρή κοιλάδα του Αώου. Κερδίζαμε συνεχώς ύψος, ο δρόμος πια θύμιζε περισσότερο πλατύ μονοπάτι, όμως το jimmy τραβούσε χωρίς πρόβλημα. Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα πλατύ οροπέδιο. Απέναντι, πέρα από το πυκνό δάσος, ξεπρόβαλε η γυμνή κορυφή της Τύμφης. Η Λάιστα ήταν κοντά. Μετά θα πιάναμε ασφαλτοστρωμένο δρόμο για το Τσεπέλοβο. Λίγα μέτρα μακρύτερα από το οροπέδιο όμως μια μεγάλη κατολίσθηση είχε μετατρέψει τον δρόμο σε ορμητικό χείμαρρο. Ήταν αδιάβατος. Έπρεπε να επιστρέψουμε.

Τραβήξαμε προς Γυφτόκαμπο. Ήταν η μόνη εναλλακτική για να μην επιστρέψουμε στη Βωβούσα. Μετά από πολλά χιλιόμετρα στον χωματόδρομο βρήκαμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Σε λίγο κάναμε στάση για πρωινό καφέ στο Τσεπέλοβο.

Από το Τσεπέλοβο ξεκινήσαμε γραμμή ξανά προς την δυτική είσοδο του Ζαγορίου. Βρεθήκαμε εκεί από όπου περάσαμε την προηγούμενη ημέρα, στο γεφύρι του Κόκκορη, έχοντας κυκλώσει το νότιο Ζαγόρι. Επιθεωρήσαμε το χάος στο φαράγγι του Βίκου και μετά αρχίσαμε να κινούμαστε παράλληλα με αυτό από τα δυτικά, βγαίνοντας, μέσω της Αρίστης, στην εθνική οδό και από εκεί στην Κόνιτσα.

Με θέα την κοιλάδα του Αώου σχεδιάσαμε τη διαδρομή της επιστροφής, με στόχο ξανά πριν το βράδυ να είμαστε στη Βωβούσα. Ακολουθήσαμε αρχικά την παλιά εθνική που, κινούμενη παράλληλα με τα σύνορα, καταλήγει στην Καστοριά. Όμως σύντομα βγήκαμε από τον μεγάλο δρόμο και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε τον Σμόλικα. Τη διαδρομή μάς έδειξε ένας βοσκός, που στο μεταξύ αναγνώρισε τις κερκυραϊκές πινακίδες και θέλησε να μάθει στο πόδι πως πήγε ο τουρισμός με τον κορωνοϊό. Η κορφή του Σμόλικα, ένα σεληνιακό τοπίο. Βαθιοί κρατήρες στο κόκκινο έδαφος και ο επαρχιακός δρόμος να κινείται φιδίσια ανάμεσά τους. Κατηφορίζοντας πια βρεθήκαμε στο κέντρο ενός χωριού. Το διασχίσαμε χωρίς να σταματήσουμε. Τραβώντας πλέον για τη Βάλια Κίρνα είδαμε απέναντι μας να απλώνεται το χωριό που μόλις είχαμε περάσει: η Σαμαρίνα. Το πιο ψηλό χωριό των Βαλκανίων.

Ο δρόμος συνέχιζε να κινείται ακολουθώντας την κορυφογραμμή προς τα ανατολικά. Από ένα ύψωμα στο βάθος φαινόταν το οροπέδιο της Καστοριάς. Έχοντας φτάσει στο ύψος της Βωβούσας κινηθήκαμε νότια. Ανάμεσα σε παράξενους γεωμορφολογικός σχηματισμούς, άγνωστα χωριά και ακολουθώντας πάντα τον επαρχιακό δρόμο, ύστερα από ένα αλπικό ορεινό ξέφωτο χωθήκαμε ξανά στη Βάλια Κάλντα. Σε μία μέρα είχαμε κάνει περισσότερα από 300 χιλιόμετρα, όλα σε ορεινή διαδρομή και πολλά σε χωματόδρομο.

Ξημερώματα της τρίτης μέρας αφήσαμε πίσω τη Βωβούσα ακολουθώντας τον δρόμο από όπου φτάσαμε δυο μέρες πριν. Έχοντας γυρίσει το ανατολικό και δυτικό Ζαγόρι και έχοντας κάνει ένα μεγάλο νότιο και έναν μεγάλο βόρειο κύκλο θα τραβούσαμε πλέον νότια. Στόχος ήταν το βράδυ να μας βρει στο καταφύγιο των Αγράφων και η νύχτα της επόμενης στην Αθήνα. Μετά από πορεία περίπου μιας ώρας σε πυκνό ελατοδάσος είδαμε μπροστά μας να ανοίγεται η λίμνη των πηγών Αώου. Εκείνη ακριβώς την ώρα ο ήλιος σηκωνόταν πάνω από τη λίμνη, κάνοντας την πρωινή πάχνη να κινείται φιδίσια πάνω από την ακίνητη επιφάνεια του νερού πριν εξατμιστεί.

Κινούμασταν παράλληλα με τις ακτές της λίμνης παρακολουθώντας αυτό το θαύμα μέχρι που ο δρόμος άφησε πίσω τις πηγές του ποταμού και απλώθηκε σε ένα αλπικό λιβάδι. Το τέλος του μας έβγαλε στην παλιά εθνική οδό που ενώνει το Μέτσοβο με την Μηλιά Γρεβενών. Στα πόδια του Μετσόβου, από σήραγγα σε σήραγγα πέταγε η Εγνατία που είχα αφήσει δύο μέρες πριν στην Ηγουμενίτσα. Γυρίσαμε την πλάτη και ξεκινήσαμε προς τον αυχένα της Κατάρας – που σε τίποτα δε θύμιζε το διαβόητο πέρασμα: ένας άδειος, παλιός διαλυμένος δρόμος με πολλές κατολισθήσεις χωρίς μπαλώματα. Κάνεις πια δεν περνά από εκεί. Κινούμασταν εντελώς μόνοι μας στον δρόμο μέχρι να πέσουμε στην παλιά εθνική για Καλαμπάκα. Κατηφορίζουμε βλέποντας σιγά-σιγά στο βάθος τα Μετέωρα. Το τοπίο άλλαζε, δεν υπήρχαν πια έλατα ούτε δάσος, κάποιες σκόρπιες καλλιέργειες, η θερμοκρασία ανέβαινε χιλιόμετρο το χιλιόμετρο όσο πλησιάζαμε τον κάμπο. Πριν βγούμε στην πεδιάδα κόψαμε νότια πάνω από τον Πηνειό και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε την πίσω πλευρά του Κόζιακα. Είχαμε αφήσει πια πίσω μας την Ήπειρο, περνούσαμε πλέον στα βουνά της Πίνδου που στα δυτικά του θεσσαλικού κάμπου. Λίγο μακρύτερα από ένα οροπέδιο γεμάτο έλατα φτάσαμε στην Ελάτη Τρικάλων. Στο χωριό, σχεδιάζοντας τη διαδρομή για το υπόλοιπο της μέρας, αποφασίσαμε να παρεκκλίνουμε για λίγο από τον αρχικό μας στόχο. Κατεβήκαμε στην Πύλη και από εκεί στα Τρίκαλα. Ο κάμπος έβραζε από ζέστη και υγρασία, ήταν ακόμα Αύγουστος. Ανεβήκαμε στο κάστρο της πόλης, με θέα τον κάμπο μέχρι την Καρδίτσα, τον επόμενο σταθμό, όπου μας περίμενε ο Γιώργος. Τρεις πλέον στο αμάξι, αφήσαμε το σύντομο πέρασμα από την πεδιάδα και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς το καταφύγιο των Αγράφων.

Φτάσαμε στο καταφύγιο αφού είχε νυχτώσει και έχοντας διασχίσει μόνο με τα φώτα του αυτοκινήτου έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο από που μας οδήγησε το GPS. Το επόμενο πρωί έκπληκτοι θα βλέπαμε ότι, πλησιάζοντας το καταφύγιο, είχαμε βρεθεί εντελώς εκτός δρόμου, κατεβαίνοντας μια ήπιας κλίσης πλαγιά κάτω από τους στύλους του Τελεφερίκ. Πίσω από τα Άγραφα ξεπρόβαλε η αυγουστιάτικη πανσέληνος.

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε μέσω της λίμνης Πλαστήρα να χωθούμε για τα καλά στους χωματόδρομους των Αγράφων. Περνώντας βόρεια από την Νιάλα, μπαίναμε στην καρδιά της κεντρικής Πίνδου. Σύντομα κινούμασταν σε έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο παράλληλα με τον Αγραφιώτη ποταμό. Στόχος ήταν το ίδιο βράδυ να είμαστε στην Αθήνα. Προς το παρόν προχωρούσαμε όλο και πιο βαθιά στην πιο δυσπρόσιτη περιοχή της οροσειράς, μακράν πιο δύσκολα προσεγγίσιμη από τα Ζαγοροχώρια και τα Τζουμέρκα. Τα βαριά μηχανήματα που κινούνταν στον στενό χωματόδρομο, προχωρώντας αργά έργα ασφαλτόστρωσης που κρατάνε δεκαετίες, σήκωναν πίσω τους ένα πυκνό σύννεφο σκόνης, δίνοντας μία κινηματογραφική εσάνς. Οδηγούσαμε πάντα παράλληλα με τον Αγραφιώτη, κινούμενοι συνεχώς προς τον νότο, ώσπου βγήκαμε στο μέσο του Ε952. Ίση απόσταση δυτικά προς το Αγρίνιο, ανατολικά προς τη Λαμία. Ακριβώς στο κέντρο της Πίνδου. Ήταν το σημείο που θα αφήναμε οριστικά πίσω μας τους χωματόδρομους αλλά και την κατάβαση της οροσειράς. Δεν θα βγαίναμε στον Κορινθιακό, θα κόβαμε ανατολικά μέσα από το Καρπενήσι για Λαμία.

Δεν θα αφήναμε ωστόσο ακόμα τους επαρχιακούς δρόμους. Από τη Λαμία διασχίσαμε κάθετα την πεδιάδα του Σπερχειού, ανεβαίνοντας στον Μπράλο. Βγήκαμε στην βόρεια άκρη της βοιωτικής πεδιάδας. Αργά το απόγευμα ήμασταν στη Λιβαδειά. Συνεχίσαμε από την παλιά εθνική μέχρι τη Θήβα. Έχοντας κλείσει ένα σερί σε χωματόδρομους και επαρχιακές οδούς από την Ηγουμενίτσα μέχρι τη Θήβα, βράδυ μπήκαμε στο κλειστό αυτοκινητόδρομο. Σε μία ώρα ήμασταν στην Αθήνα.

Τέσσερις μέρες καταδυθήκαμε βαθιά στην ορεινή κυρίως επαρχιακή Ελλάδα. Διασχίσαμε την Πίνδο κάθετα, από βουνό σε βουνό, από τα Αλβανικά σύνορα μέχρι το Καρπενήσι, με δύο μεγάλους κύκλους στο Ζαγόρι. Το κοντέρ έγραψε 1300 χιλιόμετρα, εκ των οποίων μόνο τα τελευταία 100 σε αυτοκινητόδρομο.

  • Ημέρα πρώτη
  • Ημέρα Δεύτερη
  • Ημέρα Τρίτη
  • Ημέρα Τέταρτη, 1/2
  • Ημέρα Τέταρτη, 2/2

Τώρα, που οι μετακινήσεις περιορίζονται στα γύρω τετράγωνα και οι μεγαλύτερες αποστάσεις φτάνουν βία μέχρι το κέντρο της Αθήνας, τα χιλιόμετρα που γράψαμε στο τέλος του καλοκαιριού στην Πίνδο παραμένουν μια σταθερή νοερή φυγή από την ασφυξία του εγκλεισμού.

Γιώργος Μουρμούρης