Συζητώντας για «Δύστυχα» «Αντάρτικα2» με το Δημήτρη Γκιούλο

Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με αφορμή την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής «Αστικά Δύστυχα».

Χωρίς να έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά και με πρώτη διαδικτυακή επαφή μια κριτική μου σΤο Περιοδικό για το «Αντάρτικο2», οι συνθήκες είναι πάλι τέτοιες που αποτρέπουν μια δια ζώσης συζήτηση. Μέχρι να τα πούμε κάποια στιγμή από κοντά στην Πάτρα ή στην Αθήνα, παραθέτω την παρακάτω συνέντευξη.

Κατ’ αρχάς, πότε άρχισες να γράφεις μικρά διηγήματα ή ποιήματα και πώς επέλεξες να τα δημοσιεύσεις (πχ σε παρότρυναν φίλοι/ες, οικογενειακό περιβάλλον) ;  

Έγραφα από πάντα. Εννοώ μου άρεσε να γράφω εκθέσεις στο δημοτικό, είχα ημερολόγιο, στην εφηβεία μου έγραφα έμμετρα στα αγγλικά και κάποια στιγμή το άφησα. Από την άλλη, πάντα έκανα μεταφράσεις, ακόμα και πριν ασχοληθώ με αυτό επαγγελματικά. Ύστερα, ήρθε ο Δεκέμβρης του 08’ και κυρίως το τέλος του, που άφησε κάτι που έπρεπε κάπως να καλυφθεί. Ε, και το γράψιμο ήταν εκεί. Από κει και πέρα, επειδή πάντα διάβαζα, τότε έγραφα βιβλιοκριτικές στο Bookmarks (αιωνία του η μνήμη), το οποίο ήταν του Νεκτάριου που είχε και έχει τις εκδόσεις Χαραμάδα και το ένα έφερε το άλλο και προέκυψε μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Δι Άρλεκιν Πάροντι και άλλες καταστάσεις. Σε αντίθεση με τον περισσότερο κόσμο δηλαδή που μοχθεί να βρει μια άκρη και να δημοσιεύσει κάτι, με όρους ανθρώπινους, δεν μπορώ να παραπονεθώ, μου συνέβη χωρίς καν να προσπαθήσω.

Ποιες  πολιτικές και προσωπικές συγκυρίες αντανακλώνται στο Αντάρτικο2 και γιατί επέλεξες  τον παραπάνω  τίτλο; Ποια ήταν η διαδικασία συγγραφής του;

Το  Αντάρτικο2   γράφτηκε σε οκτώ μεταμεσονύχτιες δίωρες συναντήσεις μέσω Facebook, με τον Κωνσταντίνο. Τότε μάλιστα δεν γνωριζόμασταν καν από κοντά, μόνο ως κοινοί φίλοι και οι δύο, κάποιου τρίτου ανθρώπου. Όλο αυτό κάνει το πείραμα αυτό ακόμα πιο ιδιαίτερο. Μετά, άλλο ένα βράδυ, αφού γνωριστήκαμε από κοντά, κάτσαμε και κάναμε διορθώσεις, όχι πολλές, δεδομένου πως κυρίως πίναμε μπύρες. Κι έτσι, το βιβλίο προέκυψε σε ένα γενικότερο περιβάλλον εκατέρωθεν προσωπικών και πολιτικών απογοητεύσεων, τις οποίες αποφασίσαμε πως ένας καλός τρόπος να τις αντιμετωπίσουμε, είναι από κοινού, στο χαρτί.

Τι πιστεύεις για  την σχέση μουσικής-ποίησης και πώς πιστεύεις ότι επιδρά η μελοποίηση ή απαγγελία, ακόμα και η χρήση σε πολιτικά πανό του Αντάρτικου2; Που θεωρείς ότι οφείλεται αυτή η δημοφιλία των στίχων και εντέλει η αναγνωρισιμότητά του;

Το  Αντάρτικο2 έχει μελοποιηθεί δύο φορές, έχει γίνει περφόρμανς, πολιτικό πανό, σύνθημα σε τοίχο, τατουάζ ακόμα ακόμα. Αυτά ξέρω μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Συζητάμε τη μετάφρασή του, ενώ μας το έχουν ζητήσει διάφορος κόσμος για θεατρικό αν και μέχρι στιγμής δεν έχει αποκτήσει και τέτοια υπόσταση Δεν μπορώ να νιώθω τίποτα άλλο από περήφανος. Κομμάτι σίγουρα της μοναχικής (ακόμα κι όταν εμπλέκει περισσότερα του ενός άτομα) διαδικασίας της γραφής, είναι και η ανάγκη επικοινωνίας με το κοινό, με άλλους καλλιτέχνες, με άλλες τέχνες. Έχει συμβεί με όρους αγοράς κάτι φοβερό με αυτό το βιβλίο. Βγήκε από έναν καθαρά ελευθεριακό εκδοτικό, τα οποιαδήποτε κέρδη πηγαίνουν για να καλύψουν μια ευρεία γκάμα κινηματικών αναγκών, αγνοήθηκε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από τον μέηνστριμ χώρο του βιβλίου κι όμως έχει γίνει όλα τα παραπάνω, έχει πουλήσει πάνω από 2.000 αντίτυπα και όταν τα πράγματα το επιτρέψουν θα κυκλοφορήσουμε και την τρίτη του χιλιάδα. Έχει γίνει κομμάτι της συλλογικής αφήγησης ενός κομματιού της κοινωνίας που έρχεται από τα κάτω και που τα θέλει να διεκδικήσει τα πάντα και που επιμένει να διεκδικεί ακόμα κι αν αυτό μοιάζει απλά μια καταδικασμένη εκ των προτέρων, τελευταία έφοδος στον ουρανό.

Τέσσερα-πέντε χρόνια μετά, επιστρέφεις  με τα Αστικά Δύστυχα. Τι άλλαξε μέσα σε αυτό το διάστημα για σένα , ίσως στον τρόπο συγγραφής ή στις διαφορετικές προσλαμβάνουσες, καθώς ξεφεύγεις από το κυρίαρχο πολιτικό πλαίσιο του Αντάρτικου2 ;

Τα Αστικά Δύστυχα είναι μια συλλογή ποιημάτων που γράφτηκαν από το 2015 και έπειτα και που δεν έπαψαν να δουλεύονται μέχρι και λίγο πριν μπουν στο τυπογραφείο ώστε να αποκτήσουν χάρτινο σώμα. Εννοώ, κάποια γράφτηκαν πριν, και αρκετά γράφτηκαν μετά το  Αντάρτικο2, , οπότε εκ των πραγμάτων θεωρώ τη σύγκριση των δύο συλλογών αρκετά άστοχη και για τον τρόπο τον οποίο σαρκωθήκαν, αλλά και για το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο κινούνται. Εννοώ το Αντάρτικο2 ήταν (και είναι) όπως είπα πιο πάνω, ένα εν εξελίξει αλλά εκ του αποτελέσματος, πολύ πετυχημένο DIY πείραμα, εδώ μιλάμε για μια συγκεκριμένη επιλογή των Εκδόσεων Θίνες και της εκδότριάς μου, Ζιζής Σαλίμπα, να αναλάβει τη φροντίδα της συλλογής μου. Ούτε και φυσικά θεωρώ πως είναι μια λιγότερο πολιτική συλλογή. Ίσως να είναι λιγότερο προφανής η πολιτική τους συνδήλωση, μα βρίσκεται εκεί, σε κάθε βίωμα -με σημαντικότερη τη γονεϊκή απώλεια, στον τρόπο που επέλεξα να αντιμετωπίσω τα πράγματα, στον τρόπο που επέλεξα να τα καταγράψω.

Ήταν ίσως συνειδητή επιλογή σου να εκδοθούν τα Αστικά Δύστυχα εν μέσω καραντίνας, περιορισμών ,απαγόρευσης αλλά και θανάτων; Πώς αυτή η συνθήκη επηρεάζει τον αναγνώστη σε σχέση με τα ποιήματα;

Τα  Αστικά Δύστυχα ήταν να κυκλοφορήσουν τον Μάη του 2020. Πήραν μια μικρή παράταση δεδομένων των συνθηκών. Άλλωστε πολλοί από τους εκδοτικούς βρέθηκαν σε σοκ και πάγωσαν πράγματα προσπαθώντας να εκτιμήσουν και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, δεδομένα χωρίς εκθέσεις βιβλίου, χωρίς παρουσιάσεις, με τα βιβλιοπωλεία εκ περιτροπής ανοικτά. Ύστερα, και μετά το καλοκαίρι, συζητήσαμε και αποφασίσαμε από κοινού να βγει το βιβλίο. Ήταν πεποίθηση της εκδότριάς μου, πως είναι ένα πολύ καλό βιβλίο και πως τα καλά βιβλία, πάντα βρίσκουν τον δρόμο τους για τους αναγνώστες και ήταν δικιά μου πεποίθηση, πως οι άνθρωποι χρειάζονται εφόδια για να κρατηθούν και κάποια από αυτά τα εφόδια, μπορεί να έχουν τη μορφή και το περιεχόμενο βιβλίων. Μπορώ μόνο να χαρώ για την εμπιστοσύνη της, να χαρώ για το υπέροχο εξώφυλλο και γενικότερο στήσιμο που έκανε η Μελισσάνθη Σαλίμπα και να χαρώ που μέσα σε δύο περίπου μήνες, οι αναγνώστες εξάντλησαν την πρώτη έκδοση. Σε αυτή τη συνθήκη, με όλες τις παραπάνω δυσκολίες. Ε, και να νιώσω και λίγο περήφανος.

Ποια είναι η κατάσταση για τους ανθρώπους που εργάζονται στον χώρο της τέχνης και του πολιτισμού(από ζητήματα επιβίωσης και #supportartworkers μέχρι τις πρόσφατες καταγγελίες αλλά και τον «τρομονόμο» στην μουσική); Πώς σχολιάζεις εσύ την όλη κατάσταση;

Τον τελευταίο χρόνο, με αφορμή την πανδημία, ξεπήδησαν ένα σωρό παθογένειες οι οποίες μαστίζουν τον χώρο των τεχνών στην Ελλάδα. Το κίνημα #supportartworkers, βοήθησε πολλού από τους καλλιτέχνες να οργανωθούν σε σωματεία και να διεκδικήσουν πράγματα από το Υπουργείο που μέχρι εκείνη τη στιγμή σφύριζε αδιάφορο, όταν φυσικά δεν έβαζε την Πρωτοψάλτη στις καρότσες για να γυρνάει στην Αθήνα. Δυστυχώς, αν και έγιναν κάποιες κουβέντες μεταξύ ανθρώπων που δηλώνουν πως ασχολούνται με τη γραφή, εμείς είμαστε σε μια χειρότερη μοίρα σε σχέση ας πούμε με τους ηθοποιούς πχ, των οποίων το σωματείο είναι ισχυρό και διεκδικεί κάθετι με συνέπεια και συνέχεια. Η Εταιρεία Συγγραφέων και αντίστοιχα όργανα λειτουργούν κάπως σαν κλειστές λέσχες που δεν έχουν τη θεσμική δύναμη ενός σωματείου (αν και έχουν διεκδικήσει κάποια πράγματα), αλλά εν μέρει φταίμε και εμείς που γράφουμε, καθώς οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν τη γραφή είτε ως πάρεργο κυρίως ακαδημαϊκό, είτε από μια πολύ λούμπεν σκοπιά. Και οι δύο οπτικές, ως αποτέλεσμα έχουν τη δυσκολία να διεκδικήσεις πράγματα συλλογικά, όταν δεν αντιμετωπίζεις ως σημαντικό το ίδιο το αντικείμενο για το οποίο πρέπει να διεκδικήσεις τα πράγματα. Εν τούτοις, είμαι αισιόδοξος πως τα πράγματα είναι δυναμικά αυτούς τους καιρούς και μπορούν από στιγμή σε στιγμή να αλλάξουν.

Εδώ πρέπει να προστεθεί και η συντονισμένη προσπάθεια απο πλευράς των κυβερνόντων  , να περάσει ο πολιτισμός από τα χέρια του κράτους σε αυτά των ιδρυμάτων πολιτισμού, τα οποία τώρα μπορεί να μοιάζουν ευεργέτες σε πολύ κόσμο, αλλά να μην ξεχνάμε πως είναι ιδιωτικών συμφερόντων τα οποία συμφέροντα διαθέτουν τη δικιά τους ατζέντα και  συνεπώς θα ήταν επικίνδυνο αν αφεθεί στα χέρια τους κάτι τόσο σημαντικό όπως ο πολιτισμός της χώρας. Η τέχνη οφείλει να λειτουργεί απελευθερωτικά και όχι να ζητιανεύει ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις. Στη συγκεκριμένη συγκυρία μάλιστα, είμαι πεποισμένος πως οφείλει να τις απαιτεί από το κράτος.

Στο κομμάτι των καταγγελιών που ξεκίνησαν από τη γενναία εξομολόγηση της κυρίας Μπεκατώρου και συνεχίζονται σαν χιονοστιβάδα, θα ήθελα να πως πως αυτό που οφείλουμε να κάνουμε, είναι να σταθούμε δίπλα στο πλευρό των θυμάτων που έχουν τη γενναιότητα να μιλήσουν και να απαιτήσουμε δικαιοσύνη, γιατί μόνο η δικαιοσύνη θα βοηθήσει να ανοίξουν κι άλλα στόματα. Είναι ένα θέμα που σαφώς αγγίζει το έμφυλο μεσα στην πατριαρχική κοινωνία την οποία ζούμε, αλλά έχει και προεκτάσεις που φαίνεται να φτάνουν στη μεγαλοαστική τάξη της χώρας, αυτή που ονομάζουμε “καλή κοινωνία” που μπορεί να ελέγξει τα ΜΜΕ, τη δικαιοσύνη, να υπαγορεύσει πολιτικές αποφάσεις και να κλείσει στόματα. Μια “καλή κοινωνία” που ελέγχει το κράτος και θεωρεί πως εκτός από το μονοπώλιο της βίας, μπορεί να στήνει και ένα ιδιότυπο Salό, στο οποίο θα εκμεταλλεύεται ψυχές και σώματα ενηλίκων και ανηλίκων και θα τα κάνει όλα αυτά ατιμώρητη. Μεγάλος σεβασμός σε όλους όσους πολεμάνε αυτή τη στιγμή τα κάθε είδους τέρατα, ελπίζοντας πως θα επικρατήσει το φως.

Το κομμάτι του τρομονόμου στην τέχνη, είναι μια επιταγή της Ε.Ε την οποία έτρεξε με χαρά να ικανοποιήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και είναι ένα ακόμα, σε μια σειρά κατασταλτικών μέτρων που περνάνε εν καιρώ πανδημίας, με τον κόσμο κλεισμένο στα σπίτια του, μια σειρά περιστολών των ατομικών ελευθεριών, με πρόσχημα είτε την ίδια την πανδημία, είτε κάποιον δήθεν εξευρωπαϊσμό του κράτους. Όσο κι αν άλλαξε η διατύπωση, το άρθρο 8 πέρασε, εν μέσω χιονιά, και είμαι σίγουρος πως είναι άλλη μια από τις πραγματικότητες που θα βρούμε μπροστά μας και θα την αντιμετωπίσουμε.

Τελικά πιστεύεις ότι έχουν αλλάξει τα μέσα που καταναλώνουμε έργα τέχνης και ειδικότερα ποίηση μέσω των social media; Έχουν ίσως αλλάξει και οι φόρμες στα έργα τέχνης προκειμένου να ανταποκριθούν σ΄αυτό;

Κάποιες τέχνες μπορούν να βιωθούν (γιατί δεν μου αρέσει το καταναλώνω) και online. Αλλά, δεν μπορώ να διανοηθώ πως θα χαθεί η αμεσότητα μιας θεατρικής παράστασης, το συλλογικό βίωμα που προσφέρει μια συναυλία. Όπως δεν μπορώ να διανοηθώ πως θα χαθεί η αίσθηση και η μυρωδιά του χαρτιού ή η μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου. Αλλά ναι, κάποιες τέχνες μπορούν να βρουν μια εναλλακτική μέσα από μια οθόνη, όμως σε μια τέτοια περίπτωση το βίωμα είναι λειψό, συμμετέχουν λιγότερες αισθήσεις κι έτσι ναι, σε μια τέτοια συνθήκη μπορεί να έχεις και δίκιο. Μπορεί έτσι, ναι, να είναι κατανάλωση. Μα, εμείς δεν είμαστε με αυτά, παρά μονάχα όταν δεν γίνεται αλλιώς.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον μετά τα Αστικά Δύστυχα συγγραφικά και τι θα ήθελες να προσεγγίσεις σε ένα επόμενο έργο;

Όπως είπα, κυκλοφορούμε κάτι περισσότερο από δύο μήνες και είμαστε ήδη στη δεύτερη έκδοσή τους και παίρνουν εξαιρετικό feedback από πολύ ετερόκλητες μεταξύ τους φωνές.  Ας τα αφήσουμε να κάνουν τον κύκλο τους, να αγαπηθούν από όλον τον κόσμο που θέλει να τα αγαπήσει, να γίνουν κι αυτά συνθήματα, πανό, τραγούδια ή λέξεις σε άλλες γλώσσες και το μέλλον σίγουρα επιφυλάσσει και άλλα πράγματα. Υπάρχουν άλλωστε αρκετοί λογαριασμοί με όλα όσα μιας τρώνε τις ζωές μας και δεν είμαι διατεθειμένος να τους αφήσω για πάντα ανοικτούς.

*Ο Δημήτρης Γκιούλος γεννήθηκε πρόωρα, το 1984. Σπούδασε μαθηματικά, μετάφραση και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Προς ώρας εργάζεται ως μεταφραστής και παρότι αυτό είναι το πέμπτο του βιβλίο, στα βιογραφικά συνεχίζει να αναφέρεται στον εαυτό του ως προλετάριος του 21ου αιώνα, μιας και έχει δουλέψει σε ποικίλους εργασιακούς κλάδους.