Η βία των συνόρων και η βία των 21:00

Καμιά φορά, σε κάποια μοναχική διαδρομή βράδυ μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας, αισθάνομαι τι σημαίνει να θεωρείσαι λαθραίος. Η πόλη, οι πολυκατοικίες, οι δρόμοι είναι ίδιοι με τη μέρα, είναι ίδιοι και με τις παλιές νύχτες, αυτές πριν την απαγόρευση κυκλοφορίας, τέσσερις ολόκληρους μήνες πριν. Όμως όσοι είμαστε έξω κινούμαστε κλεφτά, σε σκιές, ανταλλάσσουμε διερευνητικά βλέμματα ή κάνουμε πως δεν είδαμε ο ένας τον άλλον.

Είναι οι ώρες που μπορείς να περπατήσεις στη μέση του δρόμου βλέποντας τις ευθείες του Ιπποδάμειου να χάνεται στο βάθος καθώς το Λεκανοπέδιο τραβάει βόρεια ελαφρώς ανηφορικά, κάτω από τα κιτρινιάρικα φώτα της αθηναϊκής νύχτας. Οι ώρες που βλέπεις κλεφτά μέσα στα σπίτια, τα χρώματα από τις οθόνες να εναλλάσσονται στο ταβάνι, κάποιες ομιλίες, φωτισμένα παράθυρα με τραβηγμένες κουρτίνες στα ημιυπόγεια κελιά. Ο ιός, λένε, αυτές τις ώρες δεν κυκλοφορεί. Επωάζεται βέβαια μέσα στα σπίτια με τα κλειστά παράθυρα και τα ανοιχτά αιρκοντίσιον που τρίζουν στον δρόμο – αλλά ποιος νοιάζεται; Άλλωστε όλοι έχουμε πια αποδεχτεί ότι αυτά τα μέτρα ουδεμία σχέση έχουν με την προστασία από την πανδημία. Αποδοχή απελευθερωτική όσο και δεσμευτική. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.

Στους δρόμους λοιπόν που ο «αόρατος εχθρός» μάλλον δεν κυκλοφορεί, κυκλοφορούν ντελιβεράδες. Και αστυνομικοί. Ένα άσπρο κράνος ή ένας μπλε φάρος μες στα στενά ξαφνικά μπορεί να σου αφαιρέσουν μέσα από την τσέπη μισό μισθό – αν είσαι τυχερός. Είναι η στιγμή που αισθάνεσαι ότι είσαι λαθραίος. Και αυτό είναι το θέμα μας.

Τι διαφορά έχει η ύπαρξή μας στις 20:59 σε σχέση με τις 21:01; (ως σύμβαση, ας υποθέσουμε ότι η απαγόρευση παρέμενε στις 21:00). Αν ενώ κυλούν τα δευτερόλεπτα στους δείκτες και το σώμα μας ανάμεσα στα τετράγωνα, ένα λεπτό πριν την απαγόρευση κυκλοφορίας είμαι στην «χ» διασταύρωση οδών και ένα λεπτό μετά στην «ψ», τι αλλάζει ως προς τη σχέση μας με τον χώρο στον οποίον κινούμαστε; Αφαιρώντας το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, τις σχέσεις εξουσίας, τους συμβιβασμούς και καταναγκασμούς εντός των οποίων εκούσια ή ακούσια λειτουργούμε, η απάντηση είναι απολύτως τίποτα. Ένας οργανισμός με θερμοκρασία περίπου στους 36.6 βαθμούς, με καρδιά, όργανα και νευρικό σύστημα. Μια προσωπικότητα με επιθυμίες, φόβους, ελπίδες, προοπτικές, ένας άνθρωπος καλός, κακός, μέτριος, αδιάφορος, οτιδήποτε. Δεν αλλάζει απολύτως τίποτα. Το μόνο που αλλάζει, είναι ότι κάποιος μπορεί να βάλει το χέρι του στην τσέπη και να σου αφαιρέσει 300 ευρώ. Το μόνο που αλλάζει, είναι ότι ξαφνικά θεωρείσαι λαθραίος.

Μακριά από τους δρόμους της Αθήνας με τα κίτρινα φώτα και τις ασυντήρητες πολυκατοικίες, στη βαθιά βαλκανική πεδιάδα του Έβρου που τις χειμωνιάτικες νύχτες ο ουρανός είναι τόσο διαυγής σαν να φαίνεται το κρύο, χρόνια τώρα άνθρωποι που επίσης διαθέτουν έναν οργανισμό και ένα νευρικό σύστημα, μια προσωπικότητα με επιθυμίες, φόβους και ελπίδες, που επίσης αποτελούν ανθρώπους καλούς, κακούς, μέτριους, αδιάφορους, περνούν με όποιον τρόπο μπορούν το ποτάμι που ιδέα δεν έχει ότι αποτελεί σύνορο για να περάσουν στην Ευρώπη. Επίσης χρόνια τώρα, πολλοί εξ αυτών συλλαμβάνονται, κακοποιούνται και στέλνονται κακήν κακώς στην άλλη όχθη του ποταμού.

Στις 18 Δεκεμβρίου του 2018, πολύ πριν την «μάχη του Έβρου» όπου σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία τουλάχιστον δύο πρόσφυγες/μετανάστες σκοτώθηκαν από πυρά από την ελληνική πλευρά των συνόρων, η οργάνωση Human Rights Watch ανέφερε σε έκθεσή της:

«Όλοι όσοι παραχώρησαν συνέντευξη ανέφεραν εχθρική ή βίαιη συμπεριφορά από την ελληνική αστυνομία και από αταυτοποίητες δυνάμεις που φορούσαν στολή και μάσκες χωρίς διακριτικά σήματα. Δώδεκα είπαν ότι η αστυνομία ή εκείνες οι αταυτοποίητες δυνάμεις που συνόδευαν την αστυνομία πήραν οτιδήποτε είχαν στην κατοχή τους, συμπεριλαμβανομένων των χρημάτων και των δελτίων ταυτότητάς τους, τα οποία συχνά κατέστρεφαν. Επτά είπαν ότι η αστυνομία ή οι αταυτοποίητες δυνάμεις τούς πήραν τα ρούχα ή τα παπούτσια και τους ανάγκασαν να επιστρέψουν στην Τουρκία με τα εσώρουχά τους, μερικές φορές μέσα στη νύχτα με εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες.

»Η κακοποίηση συμπεριλάμβανε ξυλοδαρμό με τα χέρια και με γκλομπ, λακτίσματα και, σε μία περίπτωση, τη χρήση συσκευής που μάλλον ήταν όπλο αναισθητοποίησης. Σε άλλη περίπτωση, ένας Μαροκινός είπε ότι ένας άνδρας με μάσκα τον έσυρε από τα μαλλιά, τον ανάγκασε να γονατίσει στο έδαφος, του έβαλε μαχαίρι στο λαιμό και τον υπέβαλε σε εικονική εκτέλεση. Άλλοι απώθησαν ακόμα και μία 19χρονη έγκυο από το Αφρίν της Συρίας, και μία Αφγανή είπε ότι οι ελληνικές αρχές πήραν τα παπούτσια των δύο μικρών παιδιών της

Υπάρχει μια λεπτή κλωστή βίας που ενώνει την εν δυνάμει αφαίρεση μισού μισθού από την τσέπη ανθρώπων που βρέθηκαν στη συμβολή των ίδιων δρόμων που περπατούν καθημερινά λίγα λεπτά μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας, με τους πρόσφυγες/μετανάστες που όπως καταγγέλλεται βρέθηκαν ξεγυμνωμένοι και χωρίς χρήματα και έγγραφα πίσω, στην άλλη όχθη του ποταμού, στην άλλη πλευρά των συνόρων. Ότι θεωρούνται, ότι θεωρούμαστε, λαθραίοι.

Συμπύκνωση: Ή κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος καθώς το νομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου υπάρχουμε και δρούμε το οποίο συμπυκνώνεται κυρίως στην κρατική μορφή είναι εξωτερικό προς εμάς, δεν καθορίζει την ανθρώπινη ουσία μας, την «ανθρωπινότητά» μας, ούτως ειπείν, και μπορεί να μεταβληθεί υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις – δηλαδή εν μία νυκτί μία δραστηριότητα ή ακόμα και μία ύπαρξη να μετατραπεί από «νόμιμη» σε «παράνομη» και τούμπαλιν. Ή είμαστε όλοι (λάθρο)μετανάστες.

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Twitter: GeorgeMourmour2

Tagged with: