Ναφθαλίνη και Rafale

Υπάρχουν τρεις τρόποι να σταθεί κανείς απέναντι σε ιστορικά γεγονότα.

Ο πρώτος είναι να ενσωματώσει την επίσημη αφήγηση, αυτήν της ιστορίας που κατά κανόνα γράφουν οι νικητές και ο χρόνος ενδύει με μια εσάνς αντικειμενικότητας. Ο δεύτερος, να απορρίψει στο σύνολό της τη σχετική συζήτηση, ως μη επίκαιρη, ως αδιάφορη, ως παρωχημένη ή ως σε προσωπικό επίπεδο ανιαρή. Ο τρίτος ίσως έγκειται σε μια προσπάθεια προσέγγισης των δυναμικών και των αντιθέσεων που αναπτύσσονται μέσα σε κάθε ιστορικό γεγονός, σε κάθε μαζική κίνηση των ανθρώπων – μια κίνηση που περισσότερο έχει τη λογική μιας γενικής φοράς πολλών ετερόκλητων συχνά ατομικών ή ομαδικών θελήσεων, φόβων, επιθυμιών, στοχεύσεων και συμφερόντων.

Στο ζήτημα της επανάστασης του 1821, την πρώτη λογική ενσωματώνουν οι επίσημες εορταστικές τελετές, οι παρελάσεις, οι πανηγυρικοί της ημέρας, τα κλισέ της «πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας», φέτος ειδικά οι στερεοτυπικές και βαθιά συντηρητικές περί Ελλάδας αντιλήψεις των διεθνών συμμάχων του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η δεύτερη, η λογική της αδιαφορίας ή πλήρους απόρριψης, αν και εμφανίζεται ως ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη στην πραγματικότητα ετεροπροσδιορίζεται από την πρώτη: Είναι το κιτς, τα κλισέ, η υποκρισία και η οσμή ναφθαλίνης ή επιτηδευμένα ακριβού αρώματος, η επιθετικότητα εν τέλει της πρώτης προσέγγισης που οδηγεί σε μια πλήρη άρνησή της αντί για μια αναμέτρηση με την ουσία των πραγμάτων, εξ ου και ο ετεροπροσδιορισμός.

Η τρίτη προσέγγιση είναι η πιο δύσκολη. Και αυτό γιατί δεν προσφέρει μια απάντηση ή μια θέση, αλλά ένα ερώτημα και μια άρση. Μπορεί πιο εύκολα να αποδώσει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα παρά να πει ακριβώς αυτό που θέλει να πει. Ίσως όμως, αν καταφέρει να συνδυάσει τον σεβασμό στο βίωμα με το ιστορικό πλαίσιο, τα ψήγματα αντικειμενικότητας και την επιστημονική μεθοδολογία, και θέσει το άθροισμα αυτών υπό την οπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης και του αξιακού συστήματος που αυτή επιτάσσει, να μπορεί να ανοίξει μια χαραμάδα που να επιτρέψει μια τρυφερή ματιά στο σύνολο των ανθρώπων που βρέθηκαν μπλεγμένοι στο γύρισμα της ιστορίας, όχι ως τραγικοί ήρωες που δεν μπορούν να αποδράσουν από το πεπρωμένο, αλλά ως ενεργούντα υποκείμενα που όμως παίρνουν την πρώτη ύλη για τη ζωή τους από την κοινωνική τους πραγματικότητα. Και αυτή η οπτική, τέλος έχει να αποφύγει ένα ακόμα εμπόδιο: Έναν απλουστευτικό μανιχαϊσμό, βασισμένο σε έναν απλοϊκό υλισμό που θέλει συχνά τα λαϊκά στρώματα να βρίθουν ευγενών σκοπών και στοχεύσεων, που εν τέλει προδίδονται από μία (εν προκειμένω υπό διαμόρφωση) καταχθόνια άρχουσα τάξη.

Έχοντας όμως ακόμα θέσει αυτές τις προϋποθέσεις, η διατύπωση κάποιων θέσεων για ιστορικά γεγονότα με κάποιες υποτυπώδεις αξιώσεις επιστημονικότατης απαιτεί μεθοδολογία και έρευνα. Κάτι που προφανώς δεν διαθέτουν τα παρακάτω τα οποία αποτελούν απλώς κάποιες σκόρπιες σκέψεις, υπό την κοινή ομπρέλα μιας τέτοιας προσέγγισης της ιστορίας.

Συστήνοντας τα Βαλκάνια στον κόσμο

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο των διεργασιών της εποχής που γέννησε το 1821 να ήταν η διαμόρφωση ενός νέου «εμείς». Ενός «εμείς» που επιχειρήθηκε με ταχύτητα να μεταβιβαστεί από το «ρουμ μιλλέτ», την κοινότητα των ορθόδοξων χριστιανών της πολυεθνικής και πολυθρησκευτικής οθωμανικής αυτοκρατορίας, στο «εμείς» της νέας ελληνικής κοινότητας που κατά τύχη απέκτησε συγκρότηση ανεξάρτητου έθνους-κράτους (και όχι π.χ. αυτόνομης επαρχίας). Οι λόγοι για αυτήν την (προσπάθεια για γρήγορη) μεταβίβαση αποτελούν ένα κράμα αντικειμενικών-υλικών προϋποθέσεων, πολιτισμικών παραγόντων, ιστορικών συμβάντων, γεωγραφίας και τύχης. Το ότι οι ομιλούντες την ελληνική γλώσσα χριστιανοί έμποροι είχαν μια καλή εικόνα των εξελίξεων στη δυτική Ευρώπη, που τους εντελώς τελευταίους τότε αιώνες είχε αρπάξει από την ανατολική Μεσόγειο τα ηνία του δυτικού κόσμου, αποτελεί μια καλή αρχή για να ξεκινήσει κανείς – για να προσθέσει στη συνέχεια τη συνειδητοποίηση της ανάγκης ενός εκσυγχρονισμού που για μια σειρά από λόγους δεν μπορούσε να φέρει στην περιοχή η άλλοτε λαμπρή αλλά πλέον γερασμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, εντείνοντας την καταπίεση και τον σκοταδισμό. Και, στη βάση όλων αυτών, η πάγια δυσαρέσκεια των φτωχών ανθρώπων της πόλης και της υπαίθρου της νότιας βαλκανικής χερσονήσου, μια αγανάκτηση βαθιά ταξική που όμως δεν μπορούσε τότε να γίνει αντιληπτή και να εκφραστεί ως τέτοια.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Ίσως αυτή η συνειδητοποίηση, και η συνειδητοποίηση της ίδιας της συνειδητοποίησης, να αποτέλεσε γενέθλιο γεγονός ενός μοτίβου με το οποίο το νέο ελληνικό κράτος θα πορευόταν από την εποχή που αποτελούσε το πρόπλασμα μιας ιδέας έως σήμερα. Ότι ακριβώς η κοινότητα αυτή που πρώτη αντιλήφθηκε τον εαυτό της μέσα στον σύγχρονο κόσμο έπρεπε να βρει παρελθόν, να ορίσει το γεωγραφικό, πληθυσμιακό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο θα απευθυνθεί και να κινηθεί γρήγορα ώστε αυτοδικαίως να ηγηθεί της προσπάθειας της ευρύτερης περιοχής να ακολουθήσει τον σύγχρονο κόσμο. Με άλλα λόγια, να αποτελέσει η Ελλάδα για τη σχέση Βαλκανίων_και_ανατολικής_ Μεσογείου – Ευρώπης αυτό που (φιλοδοξούσε και φιλοδοξεί να) αποτελεί η Γαλλία για τη σχέση Ευρώπης-υφηλίου: Τον αυτόκλητο ηγεμόνα και καθοδηγητή λόγω της ταχύτητας της δικής της αυτοσυνειδησίας.

Πραγματικά: Διακόσια χρόνια μετά, εκπρόσωποι του γαλλικού και του ελληνικού κράτους «αλληλοπυροβολούνται» με κλισέ που φέρουν την οσμή της ναφθαλίνης του 19ου αιώνα – και της κηροζίνης των Rafale. Σαν παραγνωρισμένες μεγαλοφυΐες, ανταλλάσσουν ξανά σχέδια για το πώς η Τρικολόρ θα συστήσει την Ευρώπη στον νέο πλανήτη που γεννιέται από τις στάχτες του covid19, η δε γαλανόλευκη τα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο στην Ευρώπη δια της επίδειξης πυγμής και ισχύος, που όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί βαρβαρότητα εφόσον εκπορεύεται από την πρωτεύουσα με τα λευκά μάρμαρα πάνω στα οποία αντανακλάται από τη μία η ομορφιά, από την άλλη η φρικαλεότητα του δυτικού πολιτισμού.

Το «εμείς», το «εδώ» και τα παιδιά της Σαμαρίνας

Η θορυβώδης επέτειος των διακοσίων χρόνων από την επανάσταση του 1821 όμως σκεπάζει υπό τα θριαμβευτικά εμβατήρια, τα άρματα μάχης και τους κινητήρες των Rafale, την μοναδική ευκαιρία για μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από αυτό το «εμείς». Την ουσία ενός «εμείς» που όσο δεν μπορεί να οριστεί από το κιτς κέλυφος του «τρισχιλιετούς πολιτισμού» και της «αδιάσπαστης ενότητας του ελληνικού έθνους», άλλο τόσο δεν μπορεί απλώς να προσπεραστεί από μια αντίληψη του «εμείς» βασισμένης μόνο στην κοινωνική τάξη ή την καταπίεση. Και αυτό γιατί είναι ο φόβος αυτού του «τίποτα», μιας καταπιεσμένης ατομικότητας ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλες καταπιεσμένες ατομικότητες που σπρώχνει ανθρώπους χωρίς ή με λανθάνουσα ταξική συνείδηση πίσω στο κιτς κέλυφος του «τρισχιλιετούς», το οποίο προτιμούν από το «τίποτα».

Κοιτώντας μπροστά, μια τέτοια συζήτηση από τη σκοπιά της κοινωνικής απελευθέρωσης, θα μπορούσε ίσως για τη νέα εποχή στο «εμείς» να αντιτάξει το «εδώ». Ένα «εδώ» που να δίνει (τη δυνατότητα για μια) πολιτισμική ταυτότητα σε όλους όσους ζουν σε έναν ορισμένο τόπο, με βάση το κλίμα και τη γεωγραφία, τη διατροφή και τις συνήθειες, από την κοινοτιστική σκοπιά των παραδόσεων και του ντόπιου πολιτισμού. Μιας ταυτότητας ανοιχτής στην πρόσμιξη και τη μετανάστευση, δυναμικής και εξελισσόμενης, που να σβήνει ομαλά στα γειτονικά «εδώ» εκεί όπου όχι τα εθνικά, αλλά τα γεωγραφικά σύνορα αλλάζουν πια τον χαρακτήρα του τόπου.

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ INSTAGRAM

Κοιτώντας όμως πίσω, η βοή των Rafale και των αρμάτων στην παρέλαση των εμβολιασμένων στο Σύνταγμα θα καλύπτει τις φωνές των ξεχασμένων αυτών των δύο αιώνων, αυτών των οποίων τα τραγούδια δεν χωρούν στην ιστορία των νικητών. Γιατί πλάι στους Ρουμελιώτες, Μωραΐτες, Ηπειρώτες και νησιώτες ήρωες της επανάστασης, θα υπάρχουν πάντα οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και οι Τσιγγάνοι, οι άμαχοι Τούρκοι του Μωριά και της Ρούμελης, της Αττικής και της Θεσσαλίας, οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες, οι Σλαβομακεδόνες της βόρειας Ελλάδας, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, οι Βούλγαροι της Θράκης. Όλοι όσοι, όπως και οι Έλληνες από την άλλη πλευρά των συνόρων, βιώσαν τόσο άγρια στο πετσί τους το πέρασμα από το «εμείς» των μιλλέτ των πολυεθνικών αυτοκρατοριών στο «εμείς» των εθνών, την μετάβαση από την προ-νεωτερική, προ-εθνική κατάσταση στην σκληρή νεωτερικότητα των εθνών-κρατών. Κάποιοι συμμετείχαν ενεργά στη συγκρότηση του έθνους-κράτους, κάποιοι ενσωματώθηκαν. Άλλοι όμως εκδιώχθηκαν, ενώ σε πολλούς δεν δόθηκε η δυνατότητα για τίποτα από τα δύο.

Για αυτούς τους ανθρώπους κάθε πανηγυρικός αποτελεί μια ακόμη πέτρα στο σιωπηλό τους μνήμα – απ΄όπου μόνο εφορμούν καμουφλαρισμένοι σε κάποια δημοτικά τραγούδια, σαν τα παιδιά της Σαμαρίνας. «Και ας είστε λερωμένα».

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Twitter: GeorgeMourmour2

Tagged with: