Η «Μπάντα του Βουνού»: Συνέντευξη με τον Φάουστο Σιερακόφσκι

«Για εμένα υπάρχουν διαφορετικά ρεύματα, όπως σε μια θάλασσα: Στην επιφάνεια μπορεί να υπάρχουν πολλά πράγματα αλλά πιο κάτω ίσως όλα να κινούνται με έναν διαφορετικό τρόπο».

Ο Φάουστο Σιερακόφσκι μιλά για τον ήχο των χάλκινων που δονεί όλο και πιο συχνά γειτονιές της Αθήνας:

«Στην Αθήνα, ακούς πάρα πολλά διαφορετικά πράγματα. Όμως σε ένα πιο βαθύ, εσωτερικό, πολιτισμικό και ταυτοτικό επίπεδο, η μουσική κινείται πιο αργά, όπως όλα τα πράγματα. Από αυτή την άποψη, ίσως τα χάλκινα να είναι μια τάση, να διαρκέσει κάποια χρόνια και να περάσει. Δεν θα γίνει όμως το ίδιο με το κλαρίνο. Κάτι που δεν είναι κακό, ίσως το αντίθετο.»

Γεννημένος στην Κορσική από μητέρα Γαλλίδα και πατέρα Πολωνό, ο Φάουστο Σιερακόφσκι έζησε στη Γαλλία μέχρι τα 12, όταν η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία. Στα 19 του, πήγε στη Γερμανία, μετά στην Αμερική, στη συνέχεια επέστρεψε στη Γερμανία. Κατέληξε στην Ελλάδα.

Τα τελευταία χρόνια, μεταξύ άλλων αποτελεί τον εμπνευστή της «Μπάντας του Βουνού», μιας ομάδας χάλκινων (και όχι μόνο) πνευστών αλλά και κρουστών, που διασκευάζει, αυτοσχεδιάζει και δημιουργεί πάνω στη μουσική παράδοση των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου. Μιας ομάδας γεμάτης ενέργεια και αυθορμητισμό που προέκυψε από την ίδια τη ζωή, όταν το δεύτερο lockdown οδήγησε σε παρατεταμένο «λουκέτο» σε όλους τους χώρους πολιτισμού, οπότε η παρέα των μουσικών άρχισε να συναντιέται στον λόφο του Φιλοπάππου. Εξού και το «βουνό».

Με τον Φάουστο, συναντηθήκαμε στις αρχές του καλοκαιριού στον Βοτανικό. Συζητήσαμε για την ανατολίτικη και τη δυτική μουσική, για τα Βαλκάνια και την Μεσόγειο, για την παράδοση και την ταυτότητα, για τον κορωνοϊό και την «μπάντα του Βουνού». Η συνέντευξη δημοσιεύεται τρεις μήνες αργότερα, με την ευκαιρία της επανέναρξης των συναντήσεων της Ομάδας στο πολιτιστικό κέντρο Baumstrasse κάθε Τετάρτη στις 21:00.

Μεταξύ Ανατολής και Δύσης

«Από μικρός, από δεκατριών χρονών, άκουγα μουσική των Βαλκανίων», λέει ο Φάουστο Σιερακόφσκι. «Μετά βέβαια, αυτό που μελέτησα ήταν διαφορετικό: Σπούδασα κλασσικό σαξόφωνο, μετά έπαιζα πολύ ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, σύγχρονη μουσική κλπ. Αλλά πάντα είχα μια μπάντα με την οποίαν παίζαμε βαλκανικές μουσικές. Το άκουσμα λοιπόν υπήρχε, από επιλογή.

»Σιγά σιγά, το κομμάτι που είχε πιο πολλή σχέση με την πειραματική, σύγχρονη μουσική και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό – βασικά αυτό είναι και μια μουσική γλώσσα, και ένα στυλ – αυτό σιγά σιγά άρχισε να με δυσκολεύει. Απέκτησε πιο πολλή σημασία η τροπική μουσική. Δηλαδή η μουσική που δεν είναι αρμονική όπως κατά βάση η μουσική της Δύσης, αλλά βασισμένη σε μια μελωδία, σε μια φωνή, και υπάρχουν διαφορετική τρόποι, διαφορετικά χρώματα, τα οποία χρησιμοποιείς για να εκφράζεσαι. Αυτή είναι μουσική από την Ελλάδα μέχρι το Ιράν, δηλαδή σε όλη την Ανατολή. Και παλιά παλιά στην Ευρώπη – αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.»

Ποιες είναι όμως οι διαφορές της ανατολικής από τη δυτική μουσική;

«Σίγουρα δεν υπάρχει αρμονία στην ανατολική μουσική, ή υπάρχει πολύ λιγότερο. Είναι όλο βασισμένο σε μία μελωδία, την οποίαν μπορεί να παίζουν και 40 μουσικοί ταυτόχρονα», μας λέει ο Φάουστο. «Αυτό είναι μια μεγάλη διαφορά, και υπάρχουν και άλλες. Βεβαίως όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει εξαιρετική δύναμη στις μελωδίες της Δύσης».

»Μετά ήθελα να μελετήσω αυτή τη μουσική πιο βαθιά. Ήξερα ότι η οθωμανική μουσική είναι παρούσα σε αυτές τις παραδόσεις που άκουγα πολύ καιρό. Ερχόμουν στην Ελλάδα να κάνω διάφορα σεμινάρια στο μουσικό χωριό (στο Πήλιο), ξεκινώντας με έναν σαξοφωνίστα, και εκεί άκουσα τον Ευγένιο Βούλγαρη, τον Σωκράτη Σινόπουλο, έκανα κάποια σεμινάρια και μετά ήρθα στην Ελλάδα για να παρακολουθήσω κάποια μαθήματα. Γνώρισα τον Ευγένιο τον Βούλγαρη, τα πήγαμε πολύ καλά. Και μετακόμισα στην Πάτρα. Γιατί ένιωθα ότι αν θέλω να μάθω αυτή τη μουσική πρέπει να αφιερώσω πολύ χρόνο.

»Αργότερα προέκυψε και κάτι άλλο που με ενδιέφερε πολύ, οι σχέσεις ανάμεσα στην ταυτότητα και την εκφραστικότητα. Ότι δηλαδή η μουσική και η παράδοση είναι έντονα παρούσες. Βέβαια πολλά από αυτά που συμβαίνουν είναι αναβιώσεις, όμως όλα αλλάζουν και όλα μου άρεσαν πολύ. Και είναι πιθανώς ένας λόγος για τον οποίον δεν έχω γυρίσει στη Γαλλία ή την Ιταλία. Νιώθω ότι, έχοντας κάνει τόσο κόπο για να μάθω αυτή τη μουσική, είναι σημαντικό να μπορώ να την επικοινωνήσω με ανθρώπους οι οποίοι συνδέονται ή έχουν σχέση με αυτήν στα ακούσματα, στα τραγούδια.»

Κάπως έτσι λοιπόν ο Φάουστο συμπληρώνει πέντε χρόνια στην Ελλάδα, μελετώντας την ανατολική μουσική – και έχοντας μάθει στο μεταξύ άπταιστα τα ελληνικά, τα οποία προστίθενται στις υπόλοιπες γλώσσες που ήδη γνωρίζει.

«τα μακαμ δεν ειναι κανονεσ αλλα οδηγιεσ»

«(Τα μακάμ) είναι μία μουσική γλώσσα, στην οποία αυτό που μου αρέσει είναι ότι βρίσκεται πολύ κοντά στον λόγο. Γιατί είναι μία μελωδία και για εμένα, που είμαι σαξοφωνίστας, μου είναι πολύ οικείο να σκεφτώ σαν μια φωνή σε μια γλώσσα. Και αυτό που μου αρέσει είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές ατμόσφαιρες, διαφορετικά χρώματα, και το μακάμ, αυτή η μουσική γλώσσα, σου μαθαίνει τρόπους να εκφράζεσαι.

»Θα έλεγα λοιπόν ότι τα μακάμ δεν είναι ακριβώς κανόνες αλλά περισσότερο οδηγίες, μια κατεύθυνση – γιατί σχετίζεται έντονα με κάποια φυσικά φαινόμενα όπως τις αρμονικές σειρές και το φυσικό κούρδισμα. Είναι ακόμα και μία αίσθηση της βαρύτητας, δηλαδή πώς να πας από την τάδε νότα στην τάδε. Μαθαίνεις ότι υπάρχει μια βαρύτητα η οποία είναι λίγο ανεξάρτητη από εσένα. Είναι επίσης ενδιαφέρον για αυτή τη μουσική, ότι δεν είναι ακολουθεί ακριβώς τη λογική ‘’θα παίξεις ουσάκ μακάμ, που παίζεται έτσι κι έτσι’’. Πιο πολύ, θα έλεγα, έχει τη λογική ‘’θα κοιτάξουμε όλα τα τραγούδια ουσάκ. Θα κοιτάξουμε τους αυτοσχεδιασμούς ουσάκ, τι γίνεται εκεί’’. Γι’ αυτό και είναι προφορική παράδοση: Όχι επειδή δεν τη γράφεις, αλλά επειδή το ουσάκ είναι φτιαγμένο από χίλια τραγούδια, χίλιους αυτοσχεδιασμούς που τους έχει ενσωματώσει. Το οποίο είναι ωραίο γιατί έχει να κάνει με τους ανθρώπους που εκφράστηκαν μέσα από μία μελωδία, μέσα από έναν αυτοσχεδιασμό.»

Κλαρίνο και σαξοφωνο

Ρωτάμε τον Φάουστο αν η ανατολίτικη μουσική διδάσκεται, όπως συμβαίνει με τη δυτική, σε αντίστοιχα ωδεία.

«Βεβαίως», μας απαντά. «Η ανατολίτικη μουσική και στην Τουρκία και στο Ιράν και σε όλες αυτές τις χώρες, είναι η κλασσική τους μουσική, όπως εμείς στη Δύση έχουμε τα ωδεία για την κλασσική μουσική. Οπότε ναι, διδάσκεται, ίσως με λίγο διαφορετικό τρόπο. Και οι παραδοσιακές μουσικές διδάσκονται, πλέον ίσως και με λίγο πιο αναλυτικό τρόπο. Αλλά να μη βάλουμε βαθμό στο πώς διδάσκεται σήμερα και πώς παλαιότερα η μουσική, μην πούμε δηλαδή ότι σήμερα διδάσκεται αναλυτικά ενώ παλιότερα όχι. Είναι κάτι που δεν ξέρουμε, αυτά είναι στερεότυπα.

»Τώρα, είναι ένα θέμα αν αυτές τις μουσικές μπορείς να τις παίξεις με χάλκινα. Από τη μία πλευρά, στα Βαλκάνια έχουμε πολύ μεγάλη παράδοση με χάλκινα που παίζουν μακάμια – αν και όχι ιδιαίτερα στη νότια Ελλάδα. Στη νότια Ελλάδα έχουμε το κλαρίνο, που είναι πνευστό και έχει πάρα πολύ μεγάλη σχέση με τα μακάμια – και σε άλλες χώρες, όπως η Τουρκία.

»Η ιστορία του σαξόφωνου είναι λίγο διαφορετική. Υπάρχει λίγο στα Βαλκάνια, και μετά λίγο στην Τουρκία και την Αίγυπτο. Το “απόψε είμαστε οι δυο μας σιωπηλοί” (σ.σ., ένα από τα κομμάτια που διασκεύασε την περασμένη χρονιά η “Μπάντα του Βουνού”) είναι ένα τραγούδι που δεν παίζεται με χάλκινα. Και γενικά τα χάλκινα υπάρχουν πολύ λίγο στο λαϊκό τραγούδι, ίσως σε κάποιες διασκευές. Σίγουρα υπάρχει το κλαρίνο, το οποίο υπήρχε και στα σμυρναίικα, με τα οποία σχετίζεται το ρεμπέτικο. Το μόνο σίγουρο άλλωστε, είναι ότι οι μουσικές επικοινωνούν μεταξύ τους.

»Αν θέλω να παίξω ένα κομμάτι λαϊκό που να έχει σχέση με το ρεμπέτικο, με ένα όργανο πνευστό, αυτό που μου δίνει την άνεση να το κάνω, είναι ότι πάντα υπάρχουν “κανάλια” ανάμεσα στις διαφορετικές παραδόσεις. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ένα όργανο που δεν παίζεται πολύ δεν θα χρειαστεί χρόνο για να εξοικειωθεί μαζί του το αυτί. Πολλές φορές το σαξόφωνο φαίνεται λίγο ξένο, ειδικά εδώ στην Αθήνα. Ξένο σε σχέση με τα παραδοσιακά. Το σαξόφωνο δεν αντικαθιστά το κλαρίνο, έχει άλλον χαρακτήρα. Απλώς αυτός ο χαρακτήρας δεν είναι οικείος: Αν και υπάρχει στα Βαλκάνια, δεν υπάρχει στα λαϊκά τραγούδια ή στην οθωμανική μουσική. Έτσι, αν και πάντα υπάρχει ενθουσιασμός για το σαξόφωνο, πολλές φορές νιώθω ότι αν έπαιζα κλαρίνο θα μου ήταν πιο εύκολο από άποψη δουλειάς και επικοινωνίας. Είναι σαν να μπαίνεις σε μια ταβέρνα, περιμένεις ότι θα έχει γεμιστά ή κάποιο άλλο παραδοσιακό πιάτο. Και εγώ θέλω να φάω γεμιστά, δεν λέω όχι. Η παράδοση του κλαρίνου είναι πάρα πολύ σημαντική και αγαπημένη για εμένα. Αλλά το σαξόφωνο είναι σαν να έχει κάτι διαφορετικό στο μενού, και αυτό θα δημιουργήσει και μια διαφορετική σχέση με εσένα.

Παράδοση και ταυτότητα, πόλη και επαρχία

Ρωτάμε τον Φάουστο αν θεωρεί ότι πλέον υπάρχει μεγαλύτερη εξοικείωση με τα χάλκινα και την balkan μουσική στην Αθήνα, όπου τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει την εμφάνισή τους διάφορα σχήματα – με πιο γνωστή ίσως την «Αγία Φανφάρα».

«Για εμένα υπάρχουν διαφορετικά ρεύματα, όπως σε μια θάλασσα», μας λέει. «Στην επιφάνεια μπορεί να υπάρχουν πολλά πράγματα αλλά πιο κάτω ίσως όλα να κινούνται με έναν διαφορετικό τρόπο. Στην Αθήνα, ακούς πάρα πολλά διαφορετικά πράγματα. Όμως σε ένα πιο βαθύ, εσωτερικό, πολιτισμικό και ταυτοτικό επίπεδο, η μουσική κινείται πιο αργά, όπως όλα τα πράγματα. Από αυτή την άποψη, ίσως τα χάλκινα να είναι μια τάση, να διαρκέσει κάποια χρόνια και να περάσει. Δεν θα γίνει όμως το ίδιο με το κλαρίνο. Κάτι που δεν είναι κακό, ίσως το αντίθετο.

»Αυτά με ενδιαφέρουν πολύ: Οι βαθιές σχέσεις ανάμεσα στην παράδοση και την ταυτότητα. Το πώς νιώθω, πώς εκφράζομαι από ακούσματα που έχουν οι γονείς μου, οι προπαππούδες που δεν έχω γνωρίσει αλλά μπορεί κάπως να με αγγίζουν. Είναι το ρεύμα της ταυτότητας – μια λέξη που βέβαια έχει πολλές εθνικές συμπαραδηλώσεις, όμως δεν εννοώ αυτές. Εννοώ ότι οι αλλαγές αφορούν και το τι γίνεται στην πρωτεύουσα αλλά και και πιο βαθύ, πιο μεγάλο, κάτι που μπορεί να αλλάζει πιο αργά από τη μία, πιο ουσιαστικά από την άλλη. Θα μπορούσα να πω ότι αυτά που γίνονται στην πρωτεύουσα δεν είναι ακριβώς αντιπροσωπευτικά. Στην επαρχία τα πράγματα αλλάζουν πιο αργά, αλλά όταν αλλάζουν όντως αλλάζουν – ή και το αντίθετο: Δεν αλλάζουν.

»Για εμένα ο φάρος είναι η δύναμη. Σέβομαι το κλαρίνο όχι από συνήθεια, αλλά επειδή υπάρχει μια μεγάλη δύναμη στη μουσική του και στη σχέση του με τον κόσμο. Και αυτό πάντα για εμένα είναι μια οδηγία. Γιατί είναι τόσο σημαντικό να μελετήσεις την παράδοση; Εγώ κάθε εβδομάδα κάνω μάθημα με έναν κλαριντζή. Το κάνω επειδή έχω πολύ μεγάλο σεβασμό για την παράδοση, γιατί νιώθω ότι υπάρχει μια δύναμη εκεί. Το ίδιο για την τουρκική μουσική, γιατί νομίζω είναι πολύ σημαντικό αν θες να παίξεις ανατολίτικη μουσική να μάθεις πολύ καλά τα μακάμια. Γιατί όσο πιο πολύ μαθαίνεις τόσο πιο πολλά εργαλεία αποκτάς και τόσο πιο βαθιά μπορείς να κάνεις αυτό που κάνεις

«Και τα θεσμοποιημένα κομμάτια της παράδοσης παίζουν ρόλο»

Με μία μάλλον απλουστευτική διάκριση μεταξύ «θεσμοποιημένης» και «αυθεντικής» έκφρασης της παράδοσης κατά νου, επιχείρησα να διαχωρίσω τη «γνήσια» έκφρασή της από την αναπαραστατική της επιτέλεση από επιχορηγούμενους πολιτιστικούς συλλόγους και φολκλόρ σωματεία.

Ο Φάουστο διαφωνεί:

«Και αυτά είναι κομμάτι της παράδοσης», λέει. «Δηλαδή, για εμένα δεν μπορείς να αποκόβεις την πιο official εθνική και αναπαραστατική μουσική, λέγοντας ότι “αυτά είναι σκληρά και πεθαμένα ενώ τα άλλα όχι”. Εγώ μπορεί να περάσω καλύτερα σε ένα πανηγύρι που είναι πολύ ζωντανό αντί σε μια πολύ οργανωμένη τελετή με χορούς. Αλλά, ως μουσικοί, πρέπει να δούμε ότι όλα αυτά πάνε μαζί. Και τα θεσμοποιημένα κομμάτια της παράδοσης παίζουν ρόλο. Εγώ αν μπορούσα να παίζω σε τέτοιες τελετές, θα έπαιζα. Έπειτα, το πώς έχουν τα πράγματα δεν συνδέεται τόσο με το αν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει, ίσως απλώς με το αν κάτι μας λείπει. Όμως επιτελούν έναν σκοπό.»

«δημιουργουμε κατι ομορφο, με δυναμη»

Πώς γεννήθηκε η «Μπάντα του Βουνού»; Ο Φάουστο εξηγεί:

«Το 2019 μου προτάθηκε να φτιάξω μια ομάδα με χάλκινα στα “Κρουστά της Τάκη”, στο Μεταξουργείο. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Τον επόμενο χρόνο πήγαμε στο Baumstrasse, όμως μετά ήρθε το δεύτερο lockdown. Θέλαμε να συνεχίσουμε αυτή τη δουλειά, και έτσι βγήκαμε στα πάρκα.

»Λίγο-λίγο, προέκυψε μια ομάδα που συνδυάζει την αγάπη για τα χάλκινα με τις ανατολίτικες μουσικές. Βέβαια τώρα παίζουμε και άλλα, και φανκ κλπ. Έχει ανοίξει το ρεπερτόριο, αλλά υπάρχει κάτι που όλα αυτά τα δένει. Υπάρχει πολλή ανατολίτικη μουσική. Στην ομάδα, αυτό που προσπαθώ να δώσω εγώ είναι κατά κάποιον τρόπο μια πηγή ενέργειας, κάτι που βέβαια δημιουργείται συλλογικά. Προσπαθώ απλώς να προσφέρω τις λίγες πληροφορίες που μπορεί να ξέρω είτε πάνω στην ανατολίτικη μουσική είτε πάνω στη μουσικότητα γενικά. Δημιουργούμε διασκευές και χρησιμοποιούμε την ενέργεια όλων, μαζί με κάποιες οδηγίες και γνώσεις, για να δημιουργήσουμε κάτι όμορφο, κάτι με δύναμη. Αυτό είναι αυτό που μπορούμε να κάνουμε, να δημιουργήσουμε κάτι όμορφο και κάτι με δύναμη. Και αυτό μετά επικοινωνείται στους άλλους ανθρώπους. Αλλά θέλει πολλή δουλειά.»

ανακαλύπτοντασ ξανα τον δημοσιο χωρο

Για τη «Μπάντα του Βουνού», ο λόφος του Φιλοπάππου αποτέλεσε μια «όαση» τον χειμώνα του 2021, μεσούντος του δεύτερου lockdown. Παρομοίως, για πολλούς μουσικούς που στη διάρκεια των έξι μηνών της καραντίνας βρέθηκαν χωρίς δουλειά, πολλοί χωρίς οποιαδήποτε κρατική οικονομική στήριξη και όλοι τους με ένα βαθιά ριζωμένο αίσθημα ματαίωσης, ο δημόσιος χώρος αποτέλεσε μια «ανάσα» έκφρασης και δημιουργικότητας.

«Τώρα (σ.σ., στις αρχές Ιουνίου) παίζουμε σε μια ομάδα δρόμου, κάτι που είναι και σαν δουλειά αφού είναι ένας από τους ελάχιστους τρόπους που εμείς οι μουσικοί έχουμε για να ζήσουμε», λέει ο Φαούστο. «Γιατί τα καταστήματα είναι ανοιχτά αλλά οι συναυλίες είναι πολύ λιγότερες. Χθες, περπατούσαμε στον δρόμο παίζοντας. Ήταν ωραία, κοίταζα τον κόσμο που έβγαινε στα μπαλκόνια και ήταν σαν ένα μάθημα: Κάθε φορά που κάτι κλείνει και ξανανοίγει, σκέφτεσαι, γιατί δεν ήταν τόσο ανοιχτό πριν; Κάθε αλλαγή σού μαθαίνει κάτι.»

»Ελπίζω ότι αυτή η κλεισούρα κάπως μας έδωσε και μια μεγαλύτερη αυτογνωσία πάνω στη σημασία της επικοινωνίας. Ελπίζω! Από την άλλη, δεν νομίζω ότι για παράδειγμα ο κόσμος των σειρών της τηλεόρασης τον επόμενο χειμώνα θα μειωθεί πολύ, ακόμα και αν δεν έχει κορωνοϊό και είναι όλα κανονικά. Για αυτά τα πράγματα πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Αυτό που έγινε (σ.σ., την άνοιξη της 2021) πρέπει να το δουλέψουμε, αλλιώς μπορεί να ξεχαστεί και από την καραντίνα να μας μείνουν τα όρια, αντί για την απελευθέρωση μετά από το lockdown. Είναι σημαντικό και είναι μια δουλειά που έχουμε όλοι αλλά και οι μουσικοί: Να δημιουργήσουμε καινούργιες ευκαιρίες.

«ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΝΙΩΘΕΙΣ ΟΤΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΕΝ ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ»

«Το πιο δύσκολο είναι να νιώθεις πως η κοινωνία δεν σε χρειάζεται. Αν και δεν ισχύει, (σ.σ., κατά τη διάρκεια του lockdown) οι μουσικοί το νιώθαμε πάρα πολύ. Ήταν τρομακτικό και δύσκολο. Τώρα, αν έχεις και οικονομικό πρόβλημα, που είχαν πάρα πολλοί, είναι ακόμα πιο δύσκολο να το διαχειριστείς. Αν τα πράγματα ξαναγίνουν έτσι, πρέπει και εμείς οι μουσικοί να βρούμε διαφορετικούς τρόπους να υπάρξουμε, όχι με streaming κλπ. Γιατί μετά υπάρχει ο κίνδυνος να πιστέψεις ότι όντως είμαι »περιττός».

»Όσον αφορά το μέλλον, θέλω να κάνω πολλά. Η ομάδα με τα χάλκινα θα παραμείνει, όπως και τα μουσικά σχήματα, και προσπαθώ να γράφω και καινούργια μουσική. Γενικά προσπαθώ να μελετώ, να σπουδάζω, να μαθαίνω καλύτερα και πιο βαθιά τη μουσική. Έτσι ώστε μετά να μπορώ να απαντήσω πάνω στον ρόλο μου που είναι νομίζω να δώσουμε ομορφιά και δύναμη. Και θετικότητα. Παίζοντας, επικοινωνώντας, βοηθώντας κόσμο να αγαπήσει τη μουσική, να εκφραστεί από τη μουσική, να τρελαθεί από τη μουσική, να εμπνευστεί από τη μουσική. Και αν όντως οι ευκαιρίες για το παίξιμο φανούν ξανά πολύ περιορισμένες, θα πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά πρέπει να αυτοοργανωθούμε γιατί νομίζω ότι… πώς να σου πω, μπορείς να ζήσεις χωρίς λαχανικά αλλά κάποια στιγμή θα αρρωστήσεις. Γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε.»

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ INSTAGRAM

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Twitter: GeorgeMourmour2

Tagged with: