Μια χώρα σαν ταινία του Οικονομίδη

Παρακολουθώ επαγγελματικά τον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα από τον Μάιο του 2013.

Ήταν τότε στην καρδιά των Μνημονίων, σε μια σκοτεινή εποχή με τη Χρυσή Αυγή να αλωνίζει, τη φτώχεια να εξαπλώνεται και την ακραία εξαθλίωση στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στην Αθήνα να είναι ορατή σε κάθε βήμα.

Και όμως, όσο κι αν ίσως μοιάζει παράδοξο, ο δημόσιος διάλογος τότε στη χώρα έμοιαζε με όαση μπροστά στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα.

Τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα συζητούνταν σχετικά ανοιχτά. Τα δελτία ειδήσεων μπορεί να στήριζαν με νύχια και με δόντια το «καθεστώς των μνημονίων» – ας το πούμε έτσι για να το ξεχωρίσουμε από τον εκάστοτε κυβερνητικό σχηματισμό – όμως φωνές της αντιπολίτευσης έβρισκαν τον δρόμο προς τα τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ talk shows όπως η Ανατροπή (ναι, του Πρετεντέρη) και ο Ενικός (ναι, του Χατζηνικολάου) τροφοδοτούσαν τη δημόσια συζήτηση με υλικό, καλό ή κακό, που πατούσε πάντως στην πραγματικότητα, ανάδευε πραγματικά κοινωνικά ζητήματα – ενίοτε έβρισκαν «πέρασμα» προς τη δημοσιότητα ακόμα και ριζοσπαστικές φωνές.

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, η κατάσταση που επικρατεί νιώθεις ότι αναδύει τη μυρωδιά που έχουν τα στάσιμα νερά το καλοκαίρι στις λίμνες με ευτροφισμό: Δεν κινείται τίποτα. Και ενώ συντελούνται τεκτονικές αλλαγές εντός κι εκτός Ελλάδας, στη δημόσια συζήτηση μοιάζει να επικρατεί νεκρική ακινησία.

Τριτο-τέταρτη show biz (πού τα καλά χρόνια των ‘00s;), σεξ για λιγούρηδες με ψυχολογικά, μια διάχυτη εθνο-μπαρόκ αισθητική, μίξη Βασιλάκη Καΐλα και ψωροκώσταινας με περηφάνεια αλά Ολυμπιακών Αγώνων 2004 – μόνο που αντί για γήπεδα έχει Ραφάλ.

Από τον έλεγχο της εξουσίας (με όση συζήτηση χωρά το τι έλεγχος ήταν αυτός και υπέρ ποιου), η πλειοψηφία των ΜΜΕ πέρασε σταδιακά στο να διατηρεί την εξουσία στο απυρόβλητο στηρίζοντας την εφαρμοζόμενη πολιτική. Τώρα πια έχει φτάσει στην αντίπερα όχθη: Στον καθαγιασμό της εξουσίας και τον έλεγχο της κοινωνίας.

Και η μικροαστική, Οικονομίδεια κακία μοιάζει σαν να έχει αναχθεί σε βασική ψυχολογική κοινωνική διάθεση – είτε αυτό αφορά στο να καεί η (κάθε) Πισπιρίγκου στην πυρά, είτε την χαιρεκακία για τις αγριότητες που συντελούνται σε Έβρο, Αιγαίο και ενδοχώρα κατά προσφύγων και μεταναστών – όταν αυτές καταφέρνουν να δουν μερικά δευτερόλεπτα δημοσιότητας.

Επιστέγασμα όλων των παραπάνω, ο τεχνοκρατικός κυνισμός – μια μίξη του Ερρίκου Λίτση που έψαχνε να ανοίξει πιάνο μπαρ στον Κορυδαλλό, ενός μέσου τράπερ με γκόμενες και αμάξια, και ενός καθωσπρέπει επιχειρηματία που έχει εκπαιδευτεί να προσλαμβάνει, να ταλαιπωρεί και να απολύει εργαζόμενους πάντα με χαμόγελο.

Κάποιες «πέτρες» μοιάζουν ενίοτε να ταράσσουν την ακινησία του βάλτου, παράγοντας κυματισμούς γύρω από το σημείο της πρόσκρουσής τους στο νερό που, ανάλογα με τη βαρύτητά τους, διαρκούν περισσότερο ή λιγότερο, με την επαναφορά στο «σημείο μηδέν» όμως να μοιάζει προδιαγεγραμμένη.

Πώς γίναμε έτσι; Πώς προέκυψε αυτό το υβρίδιο τεχνοκρατικής δυστοπίας και πατροπαράδοτου επαρχιωτισμού; Πώς γίνεται να μην μπορεί να ξεσκιστεί αυτό το πέπλο, να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, να γίνουμε «τοξικοί» – κατά τη έκφραση-μόδα της περιόδου, να βριστούμε, να πολωθούμε και να διχαστούμε, αλλά σε κάθε περίπτωση να σταματήσει αυτή η μόνιμη περιστροφή γύρω από το τίποτα;

Η Ελλάδα ως κοινωνικός σχηματισμός μοιάζει με μια οικογένεια (ας μου συγχωρεθεί η υπερταξική προσέγγιση μόνο για την αναπαραστατικότητα της εικόνας) που όλοι μισιούνται μεταξύ τους αλλά μένουν μαζί από τον φόβο του τι θα πουν οι γείτονες. Όμως το μόνο που καταφέρνει αυτή η υποκρισία είναι να φεύγουν τα παιδιά από το σπίτι για να απαλλαγούν από την τοξικότητα.

Σαν το Σπιρτόκουτο – αλλά στο μιουτ. Σαν να θέλουν όλοι να βριστούν με όλους, αλλά να το κάνουν από μέσα τους. Μόνο που η σιωπή αυτή απλώς επιταχύνει το mental breakdown του Ερρίκου Λίτση. Αργά η γρήγορα, κάποια πράγματα θα ειπωθούν φωναχτά.

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Tagged with: