Bella: Μια μικρή «τομή», σε μια μεγάλη εποχή

Η μικρού μήκους ταινία Bella, της Θέλγιας Πετράκη, έχοντας ήδη αποσπάσει βραβεύσεις και διακρίσεις, συγκαταλέγεται και στην τελική πεντάδα των ταινιών μικρού μήκους της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου διεκδικώντας το Ευρωπαϊκό Βραβείο Καλύτερης ταινίας μικρού μήκους. 

«Κάνω προσπάθεια να μην σε σκέφτομαι

Γιατί τότε η καρδιά μου μαλακώνει πολύ

Και σφίγγεται και γλυκαίνει

Και αδρανεί η σκέψη μου

Και χάνεται το νεύρο που χρειάζεται η εποχή» Bella

Η Bella αποπειράται την αναπαράσταση μιας εποχής που ελάχιστα, θα λέγαμε, πως  έχουμε δει να αναπαριστάται στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο «Νοτιάς» του Τάσου Μπουλμέτη ήταν μια ακόμη πρόσφατη σχετικά ταινία, που προσπάθησε με πολύ όμορφο τρόπο να νοσταλγήσει και να αγγίξει στιγμές των περιόδων όμως , του 60’,70’ και του 80’, στην ελληνική και αθηναϊκή πραγματικότητα. Στην Bella ξετυλίγεται και κινηματογραφείται, μια μεγάλη εποχή μεταβάσεων , κρίσεων και ερωτημάτων. Η Ελλάδα και συγκεκριμένα η Αθήνα, την περίοδο 1986-1987 λίγο πριν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Μέσα από τα γράμματα της Άνθης στον σύντροφο της.

Η ταινία διαρκεί 24 λεπτά και αυτά τα 24 αισθαντικά λεπτά, συντελείται μια μικρή χειρουργική τομή, ώστε να πραγματοποιηθεί μια μικροσκοπική ματιά, σε μια τεραστίων διαστάσεων εποχή. Η εποχή αυτή για πληθώρα λόγων, διαφορετικών και πολύπαραγοντικών ,αποτελεί τόσο πολύπλοκα σύνθετη όσο και από πολλές πλευρές και για πολλές καταστάσεις, κρίσιμη. Μια από τις γοητείες που προσωπικά «αισθάνομαι» για την περίοδο, είναι αυτό το τεράστιο ερωτηματικό που πλανάται σαν σκιά από πάνω της, επηρεάζοντας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τα πάντα. Την μουσική, την τέχνη, τον έρωτα, την φιλία, την συντροφικότητα, την πολιτική. Μια εποχή που μεγάλα γεγονότα θα έρθουν να επισκιάσουν και να καθίσουν πάνω στις «μικρές» ζωές των απλών ανθρώπων. Αβεβαιότητα και Μετάβαση. Άγνοια και αναμονή. Ηρεμία πριν την καταιγίδα.

Η ίδια η ταινία, με πολύ ωραίο τρόπο παρουσιάζει την μικρή και προσωπική ιστορία μιας γυναικάς στο φόντο μιας κοσμογονικής εποχής, φανερώνοντας τον γλυκό και συγκρουσιακό τρόπο που διαπλέκονται οι μικρές ιστορίες μέσα στην μεγάλη τελικά Ιστορία. Τα απόνερα του ψυχροπολεμικού κλίματος, διαφορετικές προτάσεις για ζωή , διαφορετικά πολιτιστικά  προτάγματα στέκονται πάνω από την ταινία και μέσα σε αυτή. Τα στοιχεία της μεγάλης εικόνας, της διεθνούς πραγματικότητας βρίσκουν τρόπο και διαπερνούν την ζωή της πρωταγωνίστριας και της οικογένειας της. Παρεμβάλλονται στην ταινία είτε μέσω παράθεσης ντοκουμέντων είτε μέσα από την παρουσίαση της ίδιας της καθημερινής ζωής. Τα δύσκολα οικονομικά της ηρωίδας , οι πολιτικοί της προβληματισμοί, τα άγχη της, η δουλειά της. Ενδιαφέρουσα στιγμή μέσα στην ταινία και με μια βαριά συναισθηματική φόρτιση είναι το σημείο που η «μεγάλη» ιστορία, μέσα από το τραγούδι bella ciao τρυπώνει μέσα στην στεγνή καθημερινότητα σε έναν σταθμό ηλεκτρικού προκαλώντας  ρίγη και συγκίνηση, σαν να ακούγεται άλλου, σαν να έχει άλλα σημαινόμενα η στιγμή αυτή.

Η Άνθη της ταινίας, αφηγείται την καθημερινότητα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα της στον αγαπημένο της σύντροφο που βρίσκεται στην ΕΣΣΔ. Λίγα χρόνια πριν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο έρωτας της Άνθης με το σύντροφο της, μοιάζει να περνά τις δικές του αντίστοιχες μεταβάσεις, καμπές, αναθεωρήσεις, κρίσεις. Για να καταρρεύσει και αυτός ενδεχομένως ή και να παλέψει να μείνει όρθιος.

Έρωτας και πολιτική διαπλέκονται τόσο στενά που σε σημεία της ταινίας, σχεδόν δεν μπορούμε να διακρίνουμε σε τι από τα δύο αναφέρεται η Άνθη («Περίεργα ή μάλλον πρωτόγνωρα αισθάνομαι δεν ξέρω πως τελικά»). Ερωτευόμαστε καμιά φορά, αυτό που πιστεύουμε; Έχουμε την ανάγκη να πιστέψουμε σε αυτό που ερωτευόμαστε ;

Ξεχωριστό για την ταινία, αποτελεί και το γεγονός πως όλα αυτά – και με δεδομένο και το στοιχείο ότι  η ταινία βασίζεται σε επιστολές της Άνθης- αφηγούνται από την πλευρά και την οπτική της γυναίκας που «μένει πίσω» και όχι του άνδρα που «έχει φύγει μπροστά». Η ηρωίδα στην «μικρή» ιστορία της Άνθης είναι η ίδια και ο λόγος στον σύντροφο της, δεν δίνεται ούτε μια φορά.

Φοβερές οι απεικονίσεις της εποχής βρίσκονται ακόμα και στα πιο μικρά. Οι μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν το κινηματογραφικό σκηνικό προκαλούν συνεχώς αναμνήσεις. Τα ρούχα των προσώπων, τα αντικείμενα, οι μουσικές, ακόμα και τα μακαρόνια με κέτσαπ, παίζουν τον ρόλο τους στην μικρή αυτή χρονική και πολιτισμική μεταφορά. Η ατμόσφαιρα και το «φίλτρο» ακόμα πάνω στην ταινία δίνουν την εντύπωση ότι παρακολουθούμε βιντεοσκοπημένα παρελθοντικά επεισόδια μιας υπαρκτής ζωής μιας υπαρκτής, γνώριμης σε εμάς οικογένειας.

Ο στόχος της ταινίας δεν θεωρώ πως είναι η διατύπωση ενός άμεσου  πολιτικού σχολίου, ούτε όμως την εξιστόρηση μιας απλής ερωτικής ιστορίας. Ως κέντρο της ταινίας, φαίνεται η καταγραφή και η διαπλοκή, ενός σύντομου προσωπικού-ιδιωτικού επεισοδίου, μέσα και μαζί, σε μια μεγάλη σειρά «δημόσιων επεισοδίων» .

Η Ελένη Τοπαλίδου στον ρόλο της Άνθης, αποτελεί την κεντρική φιγούρα της ταινίας και μοιάζει σαν να ήταν απόλυτα ιδανική για να το κάνει αυτό. Η τρεμάμενη, βραχνή φωνή της κατά την αφήγηση των επιστολών, η φοβερή στάση του σώματος της σε κάθε στιγμή, δίνουν την εντύπωση ότι ολόκληρη η εποχή της ταινίας ακούμπησε για λίγο να ξεκουραστεί πάνω της. Ο Νίκος Κουρής επίσης, μέσα από την ερμηνεία του μπόρεσε να μεταδώσει τον χαρακτήρα του ήρωα που ενσαρκώνει, τόσο έντονα σαν να το είχε κάνει με λόγια. Ακόμα και οι ερμηνείες των μικρών παιδιών συντελούν στην ομορφιά και την πειστική ικανότητα της ταινίας.

Ο κυματισμός συναισθημάτων, που προκάλεσε σε μένα τουλάχιστον η ταινία, δεν μου επέτρεψε να μην ανακαλέσω το γλυκόπικρο αίσθημα, παραγόμενο πάλι από μια διαπλοκή έρωτα και πολιτικής, μέσα από την κλασική πλέον ταινία Goodbye Lenin. Παρατηρώντας με αυτό τον τρόπο, πως ήταν και μάλλον παραμένει ακόμα, ανάγκη για την Ελλάδα να κινηματογραφήσει τις δικές της μεταβάσεις , τα δικά της Αντίο και τα δικά της εις το επανιδείν ίσως , σε και για, μια μεγάλη εποχή…

Παρακολουθήστε την ταινία δωρεάν στο ertflix.