Lockdown: Τροφοδοτώντας την οργή που σιγοκαίει

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην (πολιτική) ιστορία που μια δήλωση, μια ενέργεια, μια παράλειψη, ένας συμβολισμός, συμπυκνώνει την αποκοπή μιας εξουσίας από την νομιμοποιητική της βάση. Ξαφνικά ο κυβερνών αποκαλύπτεται γυμνός, απεκδεδυμένος τον όποιο νομιμοποιητικό μανδύα του πλαισίου εξουσίας εντός του οποίου άρχει. Κάποιος από το πλήθος τυχαίνει να φωνάξει πρώτος «ο βασιλιάς είναι γυμνός» και τότε ακολουθεί μια έκρηξη, ή μια ρήξη που φανερώνεται όταν έρθει η ώρα. Σε κάθε περίπτωση, είναι η αρχή του τέλους.

Τα πολύ τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα σε αυτή τη θέση βρέθηκε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όταν, με τις στάχτες στο Μάτι να καπνίζουν ακόμα και τους συγγενείς να θρηνούν τους νεκρούς τους, κυβερνητικά στελέχη και φίλια ΜΜΕ έσπευδαν να κουνήσουν το δάχτυλο στους πληγέντες, λέγοντάς τους ότι δεν θα καιγόντουσαν αν δεν είχαν χτίσει αυθαίρετα. Είχε προηγηθεί το επικοινωνιακό σόου Τσίπρα στο κέντρο επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής στο Χαλάνδρι, με τη σύσκεψη παρουσία καμερών ενώ στα αρμόδια κλιμάκια ήταν γνωστό ότι υπήρχαν νεκροί. Ακολούθησαν τα περί «οργανωμένου σχεδίου εμπρηστών», με δορυφορικούς μάλιστα χάρτες(!), τα «ψάχνω λάθη αλλά δεν βρίσκω» του Τόσκα, τα «δεν θα έκανα τίποτα διαφορετικό» του αρχηγού της Πυροσβεστικής. Τότε, τα πρώτα 24ωρα μετά την τραγωδία, κανείς δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς έφταιξε, κανείς δεν μπορούσε να κατονομάσει πρόσωπα, να αποδώσει ευθύνες, να πει τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

Η κυβέρνηση Τσίπρα χρεωνόταν ήδη ένα βαρύτατο μνημόνιο με σειρά δυσβάσταχτων μέτρων για εργαζόμενους, αγρότες, ελεύθερους επαγγελματίες. Ακόμα, τους νεκρούς στη Μάνδρα, την εξευτελιστική, για τους ανθρώπους, διαχείριση του προσφυγικού, και βεβαίως την προηγηθείσα των τελευταίων εκλογών «κωλοτούμπα», για πολλούς, του δημοψηφίσματος, με την οποίαν έκλεισε ένας μεγάλος κύκλος κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής. Βγάζοντας από το κάδρο πεπεισμένους φίλους και αντιπάλους, τα παραπάνω ήταν πρόθυμοι να της τα συγχωρήσουν πολλοί. Κάποιοι, ακόμα και το ίδιο το Μάτι. Την επικοινωνιακή διαχείρισή του όμως, δεν της τη συγχώρεσε ποτέ κανείς.

Τον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, το κοινό αίσθημα, αυτό που ονομάζουμε ο «μέσος πολίτης», δεν θα είχε ίσως να της προσάψει πολλά δεδομένου ότι εξελέγη με ένα πρόγραμμα αυστηρά φιλεπιχειρηματικό και με το δόγμα «νόμος και τάξη» στην προμετωπίδα της. Ίσως κάποιοι να της χρέωναν έναν υπερβάλλοντα ζήλο στην καταστολή, δεδομένου ότι στους μεν «συνήθεις υπόπτους», αυτούς που βρίσκονται στο στόχαστρο των διώξεων με όλες της κυβερνήσεις, πλέον το ξύλο έφτασε στο επίπεδο των βασανιστηρίων, όμως κάτω από την αστυνομική μπότα βρέθηκαν και άνθρωποι που δεν είχαν καμία σχέση με τα κινήματα ούτε ήταν κατ’ ανάγκη ιδεολογικοί ή πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης. Για παράδειγμα, οι θαμώνες ενός κλαμπ που στις αρχές Νοεμβρίου του 2019 που βρέθηκαν «γονατιστοί στο πάτωμα και με την πλάτη στον τοίχο» στο πλαίσιο επιχείρησης της ΕΛΑΣ που θύμιζε κάτι από τρομοκρατικές επιχειρήσεις της CIA, ή ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ινδαρές που έπεσε θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τα ΕΚΑΜ στην ταράτσα του. Και αυτά ακόμα όμως πολλοί θα ήταν πρόθυμοι να τα συγχωρήσουν στη ΝΔ, σε μια ένδειξη της πολυσυζητημένης συντηρητικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας.

Κάπου εκεί όμως, κοντά στην επέτειο του ενός έτους από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, δύο μήνες περίπου μετά την άρση του πρώτου lockdown και ενώ η κυβέρνηση έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, με τα διεθνή ΜΜΕ να της πλέκουν το εγκώμιο για τη διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας, στα αεροδρόμια της χώρας άρχισαν να φτάνουν οι πρώτες πτήσεις τσάρτερ με τουρίστες από το εξωτερικό. Γρήγορα εμφανίστηκαν οι πρώτες συρροές κρουσμάτων σε τουριστικούς προορισμούς, που αφορούσαν είτε Ευρωπαίους είτε Βαλκάνιους τουρίστες. Η Αθήνα εκείνες τις ημέρες άδειαζε σιγά-σιγά. Το πρόβλημα επικεντρώθηκε στα νησιά. Επέστρεψε η μάσκα, επιβλήθηκαν οι πρώτοι περιορισμοί στο ωράριο των καταστημάτων. Αργότερα, το πρώτο τοπικό locdown. Το Καλοκαίρι πέρασε, η Αθήνα άρχισε να γεμίζει ξανά. Τώρα ο ιός κυκλοφορούσε πολλαπλασιαζόμενος στις κεντρικές λεωφόρους, κατέβαινε στο μετρό, συνωστιζόταν στα λεωφορεία, στις ουρές των τραπεζών. Είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.

Τα υπόλοιπα λίγο-πολύ είναι γνωστά.

Σήμερα, στο τέλος της πρώτης εβδομάδας του δεύτερου lockdown, το δεύτερο κύμα του κορωνοϊού σαρώνει τη χώρα με ταχύτητα και έκταση ανατριχιαστική. Εργαζόμενοι, άνεργοι, μικρομαγαζάτορες, αυτοαπασχολούμενοι, χτυπημένοι ήδη από το πρώτο lockdown, στα όριά τους οικονομικά, ψυχολογικά και, πολλοί, από άποψη υγείας, βρίσκονται για δεύτερη φορά κλεισμένοι στα σπίτια τους παρακολουθώντας τα μέτρα να σκληραίνουν σχεδόν μέρα με τη μέρα, τον ιό να μην τιθασεύεται, την παράταση του lockdown να θεωρείται δεδομένη – και είμαστε ακόμα στην αρχή του Χειμώνα.

Ίσως τα τραγικά λάθη που οδήγησαν σε αυτήν τη συντριβή, τα λάθη που έχουν να κάνουν με τον τουρισμό, τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, τους χώρους εργασίας, το σύστημα Υγείας, λάθη ακόμα που δεν είναι εύκολο να κατονομάσει κανείς, να ταξινομήσει, να αποδώσει ευθύνες ονομαστικά, αν και όλοι ξέρουν διαισθητικά, όπως και τα πρώτα 24ωρα μετά τη φωτιά στο Μάτι, αυτά τα λάθη, θα ήταν πολλοί πρόθυμοι να τα δικαιολογήσουν στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Είτε λόγω καλών προθέσεων, είτε λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, είτε εν τέλει λόγω μοιρολατρίας και ανάθεσης.

Αυτό όμως που κανείς δεν είναι πρόθυμος να δικαιολογήσει, αυτό που πυροδοτεί μια οργή που συγοκαίει βουβά, αυτό που δημιουργεί ένα έκρυθμο κλίμα το οποίο διαισθάνεται όποιος έχει στοιχειώδη επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα, είναι η αλαζονεία και αμετροέπεια, η έπαρση, η αποποίηση των ευθυνών, το διδακτικό ύφος προς όσους υφίστανται τις βαρύτερες συνέπειες της ασφυκτικής καθημερινότητας.

Δεν είναι απλώς ο αριθμός των ΜΕΘ, ή η κοροϊδία με τις προσλήψεις γιατρών και νοσηλευτών, δεν είναι μόνο η οφθαλμοφανής στον καθένα υγειονομική βόμβα των ΜΜΜ, τα ταυτόχρονα εκατομμύρια στον κάθε λογής Μεγάλο Περίπατο, το ελλιπές και αναποτελεσματικό testing, η πολιτική εκμετάλλευση της περίστασης για να προωθούν αντεργατικά νομοσχέδια και «δωράκια» δεξιά-αριστερά. Είναι ο αφοπλιστικά εξοργιστικός κυνισμός του «η ζωή είναι σκληρή, συνήθισέ την» από ανθρώπους που ουδέποτε προσπάθησαν, σε επίπεδο ανθρώπινης ενσυναίσθησης έστω, να καταλάβουν τι σημαίνει αυτή η σκληρότητα.

Αυτό, το αντίστοιχο «ψάχνω λάθη και δεν βρίσκω» του Τόσκα, το αντίστοιχο «είναι καιρός να καταλάβουν ότι είναι επικίνδυνο για αυτούς και τις οικογένειές τους να μην τηρούν τους νόμους» του Καμμένου προς τις οικογένειες των νεκρών στο Μάτι, το «δεν θα έκανα τίποτα διαφορετικό» του τότε αρχηγού της Πυροσβεστικής, δεν θα το συγχωρέσει κανείς στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, η απογύμνωση που επέφερε το Μάτι κόστισε στην κάλπη, έναν χρόνο αργότερα. Όμως, η ιστορία της πανδημίας γράφεται τώρα, ώρα με την ώρα, μέρα με την ημέρα. Το αν αυτή η διάρρηξη της σχέσης ανοχής της ΝΔ με τον «μέσο πολίτη» θα φανεί στις επόμενες κάλπες ή πολύ πιο σύντομα, με ένα τεράστιο κύμα ανοχής ή/και ενεργού υποστήριξης προς ένα ενδεχόμενο κοινωνικό ξέσπασμα, που θα προκύψει αυθόρμητα λόγω ενός τυχαίου περιστατικού, όπως συμβαίνει πάντα στην ιστορία, πυροδοτώντας μια κοινωνική έκρηξη, είναι κάτι που μένει να φανεί.

Στην πρώτη περίπτωση, το περισσότερο που ίσως προκύψει είναι μια κυβερνητική εναλλαγή. Στην δεύτερη, οι ανατροπές θα είναι αλυσιδωτές και πιθανώς πολύ βαθύτερες.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο, καμία απαγόρευση, κανένα πρόστιμο, κανένα γκλοπ, ούτε καν ο ίδιος ο ιός, η μόνη αντικειμενικά απειλητική πραγματικότητα, δεν θα μπορέσει να το σταματήσει.

Γιώργος Μουρμούρης