Μια χώρα δύο τουλάχιστον ταχυτήτων, με πολλές υποδιαιρέσεις στο εσωτερικό τους, αφήνει πίσω της η υπερεντατική ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας κατά την τελευταία δεκαετία. Αποτελώντας εδώ και δεκαετίες τη «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, ο τουρισμός υπερεπεκτάθηκε τα τελευταία χρόνια, με τον αριθμό των ξένων επισκεπτών να εκτινάσσεται από 26,1 εκατ. το 2015 σε 38 εκατ. το 2025, που αν συνυπολογιστεί και η κρουαζιέρα φτάνουν τα 43,3 εκατ.
Long Story Short
- Οι ξένοι επισκέπτες στην Ελλάδα αυξήθηκαν από 26,1 εκατ. το 2015 σε 38 εκατ. το 2025, φτάνοντας τα 43,3 εκατ. μαζί με την κρουαζιέρα.
- Το 2025, το 83% των επισκέψεων κατευθύνθηκε σε μόλις πέντε περιφέρειες: Αττική, Νότιο Αιγαίο, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη και Ιόνια Νησιά.
- Η τουριστική ανάπτυξη συνδέεται με πίεση στα ενοίκια, στις υποδομές, στο περιβάλλον και στις συνθήκες εργασίας στις περιοχές υπερτουρισμού.
- Μόλις ένας στους δύο καταναλωτές σχεδιάζει διακοπές το καλοκαίρι του 2026, ενώ το 45% δηλώνει ότι θα μειώσει τις δαπάνες του.
Αυτός ο γιγαντιαίος αριθμός, που ισοδυναμεί με υπερτριπλασιασμό του πληθυσμού, στοιβάζεται σε μικρά ή μεγαλύτερα, αλλά πάντως πεπερασμένων αντοχών νησιά και σε ήδη υπερκορεσμένες περιοχές όπως η Αττική. Το 2025, από τους περίπου 38 εκατ. τουρίστες, που αντιστοιχούσαν σε 41,7 εκατ. επισκέψεις στις 13 περιφέρειες, το 83% κατευθύνθηκε σε μόλις πέντε: Αττική, Νότιο Αιγαίο, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη και Ιόνια Νησιά.
Καθώς ο τουρισμός συμβάλλει σε ποσοστό 13% στο ΑΕΠ και τη συνολική του επίδραση να εκτιμάται στο 29% έως 35%, οι έντονα τουριστικές περιοχές αναπτύσσονται εις βάρος του περιβάλλοντος, της βιωσιμότητας των τοπικών κοινωνιών και των εργαζομένων. Είναι ενδεικτικό ότι το 43,6% όσων συμμετείχαν σε έρευνα του Συνδικάτου Επισιτισμού-Τουρισμού Ηρακλείου το 2024 δήλωσε ότι στην τουριστική περίοδο λαμβάνει το πολύ δύο ρεπό τον μήνα. Την ίδια ώρα, περιοχές εκτός τουριστικού χάρτη βυθίζονται στην ανεργία και την εσωτερική μετανάστευση.
Στις περιοχές όπου ο τουρισμός αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς άλλωστε, το καλοκαίρι κυρίαρχη εικόνα αποτελούν τα καταρρέοντα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης και το κυκλοφοριακό χάος, ενώ τον χειμώνα μετατρέπονται, στην πλειοψηφία τους, σε πόλεις και νησιά-φαντάσματα, με κλειστά καταστήματα, αραιή συγκοινωνία και απουσία υποδομών πολιτισμού, αθλητισμού και διασκέδασης για τους κατοίκους. Οι εξαντλημένοι εργαζόμενοι αναπληρώνουν δυνάμεις για τα 12ωρα και τα επταήμερα της επόμενης σεζόν, που συχνά δεν τους αφήνουν χρόνο ούτε για ένα μπάνιο στη χώρα με μία από τις μεγαλύτερες ακτογραμμές στον κόσμο.

Κρίση κατοικίας
«Η έκρηξη του αεροπορικού τουρισμού μπορεί να εκτοξεύει τα ενοίκια στην Ευρώπη έως και 250 ευρώ υψηλότερα σε έναν χρόνο», τιτλοφορείται πρόσφατη έρευνα του New Economics Foundation για την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική οργάνωση Transport & Environment. Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις χώρες που αναμένεται να δεχθούν από τις μεγαλύτερες σχετικές πιέσεις στα ενοίκια, με επιβαρύνσεις που, μαζί με την Πορτογαλία και την Ισπανία, εκτιμώνται στην περιοχή των 160 έως 220 ευρώ ετησίως.
Η μελέτη συνδέει την αύξηση των αεροπορικών αφίξεων με την κρίση προσιτής κατοικίας στις περιοχές όπου κυριαρχεί ο τουρισμός, επισημαίνοντας ότι τόποι όπως η Κρήτη συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων όπου οι ξένες αφίξεις ανά κάτοικο βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα.
Τονίζεται παράλληλα ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε καλύτερους μισθούς για τους εργαζόμενους του κλάδου, αλλά σε ακριβότερη στέγη, πίεση στις υποδομές, περιβαλλοντική επιβάρυνση και συγκέντρωση των κερδών σε μεγάλες επιχειρήσεις φιλοξενίας και ακινήτων. Ενδεικτική είναι και η αναφορά της ίδιας έρευνας στην Αθήνα, όπου προωθείται επέκταση του αεροδρομίου ύψους 1,3 δισ. ευρώ με στόχο την αύξηση της ετήσιας επιβατικής ικανότητας κατά 25%, την ώρα που η ίδια η τουριστική μεγέθυνση οξύνει τις αντιφάσεις στις πόλεις και τα νησιά που καλούνται να τη σηκώσουν.

Η Κρήτη ως παράδειγμα υπερτουρισμού
Η Κρήτη, που αναφέρεται ρητά στην έρευνα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των πιέσεων και των αντιθέσεων που γεννά ο υπερτουρισμός. Στα άκρως τουριστικοποιημένα Χανιά, τα διαθέσιμα προς ενοικίαση διαμερίσματα έχουν μετατραπεί σε είδος προς εξαφάνιση, ενώ οι τιμές, όταν παρ’ ελπίδα βρεθεί διαθέσιμο ακίνητο, ξεκινούν σε γενικές γραμμές από τα 500 ευρώ. Κανόνα αποτελεί και η εκδίωξη των ενοικιαστών κατά την περίοδο της τουριστικής αιχμής, ώστε το ακίνητο να διατεθεί σε βραχυχρόνια μίσθωση.
Οι φοιτητές, αλλά και οι εκπαιδευτικοί, οι νοσοκομειακοί γιατροί και οι νοσηλευτές αδυνατούν να βρουν τόπο κατοικίας ή αναγκάζονται να ξοδεύουν τον μισό τους μισθό μόνο για το ενοίκιο, γεγονός που συμβάλλει στην ακραία υποστελέχωση των νοσοκομείων της μεγαλονήσου. Η κυκλοφοριακή ασφυξία, ελλείψει —όπως σε όλες τις πόλεις της περιφέρειας— ενός καλά οργανωμένου συστήματος αστικών συγκοινωνιών, αποτελεί πάγιο πρόβλημα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ στο εργασιακό επίπεδο τα δωδεκάωρα και τα επταήμερα αποτελούν σύνηθες φαινόμενο.
Κέρκυρα: νερό, ρεύμα και δρόμοι στα όριά τους
Από τα ίδια προβλήματα ταλανίζεται άλλο ένα νησί στο οποίο ο τουρισμός έχει μετατραπεί σε μονοκαλλιέργεια: Η Κέρκυρα, όπου το διαλυμένο δίκτυο υδροδότησης, μετά από χρόνια υποεπένδυσης, σε συνδυασμό με την υψηλή ζήτηση νερού για τα χιλιάδες τουριστικά καταλύματα στην παλιά πόλη και το υπόλοιπο νησί, έχει ως αποτέλεσμα για μέρες ολόκληρες κάτοικοι και επισκέπτες να μένουν χωρίς νερό.
Η εκτίναξη της κατανάλωσης ρεύματος σε μια περιοχή όπου ο συνδυασμός ζέστης και υγρασίας αποτελεί κανόνα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο οδηγεί σε συχνά μπλακ άουτ, ενώ οι δρόμοι του νησιού και κυρίως της πρωτεύουσας στενάζουν από τα δεκάδες χιλιάδες ενοικιαζόμενα οχήματα και τουριστικά λεωφορεία που ξεχύνονται στο υποβαθμισμένο οδικό δίκτυο.
Σε εργασιακό επίπεδο, άλλωστε, η δουλειά ήλιο με ήλιο αποτελεί και εδώ καθεστώς, ενώ τον χειμώνα το πυκνοκατοικημένο νησί μοιάζει με έρημο τόπο λόγω των κλειστών καταστημάτων αλλά και της έλλειψης πολιτιστικών επιλογών, σε έναν τόπο που φημίζεται για τη μουσική του παράδοση και παιδεία.

Η άλλη Ελλάδα: Χαμηλά εισοδήματα και απομόνωση
Στον αντίποδα, στη μη τουριστική Λέσβο η τοπική οικονομία εξακολουθεί, με φόντο και την πίεση στον πρωτογενή τομέα που κλιμακώθηκε εσχάτως με τον αφθώδη πυρετό, να βασίζεται κυρίως στις εισροές από τους δημόσιους και κρατικούς υπαλλήλους που εργάζονται στο νησί.
Με το Βόρειο Αιγαίο να βρίσκεται στην τελευταία θέση της χώρας ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, στα 13.136 ευρώ το 2023 έναντι 21.301 ευρώ στο σύνολο της Ελλάδας, το νησί μπορεί να μην πιέζεται από τον υπερτουρισμό, όμως οι κάτοικοί του βρίσκονται εγκλωβισμένοι στον ίδιο τους τον τόπο λόγω του συνδυασμού χαμηλών εισοδημάτων, υψηλού κόστους μετακίνησης ακόμα και εντός του νησιού, αλλά και απαγορευτικών -και δυσεύρετων – εισιτηρίων για το πολύωρο ακτοπλοϊκό ταξίδι από και προς τον Πειραιά. Είναι ενδεικτικό ότι για να ταξιδέψει μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων με ΙΧ και καμπίνα, το κόστος της μονής διαδρομής από τη Μυτιλήνη προς τον Πειραιά αγγίζει τα 300 ευρώ.
Τα απλησίαστα ακτοπλοϊκά εισιτήρια αποτελούν άλλωστε την άλλη όψη της τουριστικής έκρηξης, δηλαδή τον ουσιαστικό αποκλεισμό των ντόπιων από πολλούς προορισμούς που καθίστανται απρόσιτοι λόγω υψηλού κόστους για μετακίνηση και διαμονή, μικρής έως ανύπαρκτης διαθεσιμότητας εισιτηρίων και καταλυμάτων, αλλά και χαμηλών εισοδημάτων.

Διακοπές με περιορισμούς για τους Έλληνες
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, μόλις ένας στους δύο καταναλωτές σχεδιάζει να κάνει διακοπές το καλοκαίρι του 2026. Από αυτούς, το 34% δηλώνει ότι θα κάνει έστω και περιορισμένες διακοπές, μόλις το 14% ότι θα ταξιδέψει όπως κάθε χρόνο και μόνο το 2% ότι θα απουσιάσει για περισσότερες ημέρες. Παράλληλα, το 45% δηλώνει ότι θα μειώσει τη δαπάνη του, ενώ ένας στους δύο μαγειρεύει συστηματικά στις διακοπές για να περιορίσει το κόστος.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που αφορούν το έτος 2024, η μεγάλη πλειοψηφία των προσωπικών ταξιδιών των ημεδαπών είναι ολιγοήμερη, καθώς το 66,9% περιορίζεται σε έως 7 διανυκτερεύσεις, ενώ το 85,7% γίνεται στο εσωτερικό της χώρας.

Στροφή προς την ηπειρωτική Ελλάδα και κοντινές παραθαλάσσιες περιοχές δείχνει και η έρευνα του ΙΕΛΚΑ, καθώς τέτοιου είδους προορισμούς επιλέγει το 57% όσων σχεδιάζουν διακοπές, ενώ στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ τα χερσαία μέσα αποτελούν το κύριο μέσο μεταφοράς για το 74,9% των ταξιδιών εσωτερικού.
Ακόμη και η διαμονή αποτυπώνει την ίδια στενότητα: το 52,4% των προσωπικών ταξιδιών γίνεται σε μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, δηλαδή κυρίως σε εξοχικά ή σε σπίτια συγγενών και φίλων, τα οποία αντιστοιχούν μάλιστα στο 73,7% του συνόλου των διανυκτερεύσεων.
Long Stories Short
