Υπερτουρισμός: Ο σύγχρονος Μίδας

pexels photo 1117256

«Τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;» διερωτόταν ο Σεφέρης. Η θάλασσα, σήμα κατατεθέν του μεσογειακού τοπίου και βασικό προϊόν (και) του ελληνικού τουρισμού, μοιάζει πια ο μοναδικός πόρος που μένει ανεξάντλητος – αν και όχι απρόσβλητος – από τα προβλήματα που προκαλεί ο υπερτουρισμός. Γιατί όλοι οι άλλοι – εργαζόμενοι, κάτοικοι, πόλεις, υποδομές, δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτρισμού, δάση, παραλίες και υδροβιότοποι – όχι απλώς θυσιάζονται στα πόδια των τουριστών που καλούνται να «ζήσουν τον μύθο τους στην Ελλάδα», αλλά κυριολεκτικά εξαντλούνται και στερεύουν.

Διαβαστε επισησ: τιρανα – ταξιδι στην πρωτευουσα τησ αλβανιασ

Κατάρρευση

Η λειψυδρία ήδη χτυπά την πόρτα όχι μόνο των Κυκλάδων ή της ανατολικής Κρήτης, αλλά και προορισμών που δεν στερούνται βροχοπτώσεων, όπως η Κέρκυρα και η Χαλκιδική. Τα υπερφορτωμένα δίκτυα ηλεκτρισμού λυγίζουν κάτω από τους τερατώδεις όγκους ενέργειας που απαιτεί η ψύξη της τουριστικής βιομηχανίας – ξανά στην Κέρκυρα, τον Ιούλιο σημειώθηκαν αλλεπάλληλα black out. Εργαζόμενοι σε τουρισμό και εστίαση, έχοντας «γράψει» αλλεπάλληλους μήνες υπερεντατικής δουλειάς «ήλιο με ήλιο», συχνά χωρίς ρεπό και άδειες, αντιμετωπίζουν ως Γολγοθά τον Αύγουστο των διακοπών. Μικρές και μεγάλες πόλεις της χώρας, από τις πρωτεύουσες μικροσκοπικών νησιών του Αιγαίου ως τις μεγαλουπόλεις της Κρήτης και φυσικά την Αθήνα, λυγίζουν υπό το βάρος των δεκάδων χιλιάδων τουριστών που στριμώχνονται στα στενά σοκάκια ή πλημμυρίζουν το εμπορικό τρίγωνο της πρωτεύουσας. Και ο φυσικός πλούτος γίνεται βορρά στα «τακτοποιημένα» ομπρελοκαθίσματα διαφόρων επιχειρηματιών που πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

house and parasols near beach
Photo by Dana Tentis on Pexels.com

Φολκλόρ ντεκόρ

Ο τουρισμός αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα «βαριά χαρτιά» της ελληνικής οικονομίας, με τις τοπικές κοινωνίες να καλούνται να προσαρμοστούν στον ρόλο του γραφικού «άλλου» που όταν δεν (εξ)υπηρετεί και δεν σερβίρει, υφίσταται μόνο ως φολκλόρ ντεκόρ. Αλλά και αυτές από την πλευρά τους, βγαίνοντας σε ένα ξέφωτο ρευστότητας (ακόμα και πλουτισμού) μετά από δεκαετίες μόχθου και σκληρής φτώχειας, συνήθισαν να ορίζουν αναλόγως τις ιεραρχήσεις και τις αντιλήψεις τους, πουλώντας συνειδητά από καλοσχεδιασμένο «αυθεντικό» φολκλόρ μέχρι «τοπικά» αναμνηστικά made in China.

Από αυτή την όσμωση σταδιακά προέκυψε το υβρίδιο του «ελληνικού τουριστικού προϊόντος»: Από τη μία υπέρλαμπρα ξενοδοχεία με υπαλλήλους-σκλάβους, τείχη, κάμερες και απλησίαστες τιμές για τους ντόπιους, γκαζόν και γήπεδα γκολφ ακόμα και σε μέρη που «στενάζουν» από τη λειψυδρία. Δίπλα, «οικογενειακές» ταβέρνες-καφέ-μπιτς μπαρ με το όνομα του ιδιοκτήτη σε φωτεινό πλαίσιο της Coca Cola και ξεθωριασμένους πλην πανάκριβους μουσακάδες στο φωτογραφικό μενού της εισόδου. Και λίγο πιο εκεί, νέα «σύγχρονης αισθητικής» μαγαζιά – μπαράκια στο χρώμα του ξύλου με καραβόσκοινα που ενίοτε κουμαντάρει η τοπική μαφία, ή άλλοτε ταβερνάκια που μεταμορφώθηκαν σε ημικυριλέ εστιατόρια με αποδομημένες χωριάτικες και δείγμα ψαρικών με μους ταραμά που κοστίζουν μια περιουσία.


Μίδας

Τα τελευταία χρόνια το υβρίδιο αυτό επεκτείνεται ταχύτατα σε ολόκληρη τη χώρα, αλώνοντας με μοναδική άνεση «παρθένους» ή «εναλλακτικούς» προορισμούς που ξαφνικά ανακαλύπτουν τη χαρά του (εύκολου) χρήματος, με τίμημα τη ψυχή τους. Μια χώρα ολόκληρη κινείται ανάμεσα σε θήκες για κλειδιά airbnb, «ψαγμένες» παραδοσιακές γεύσεις και εμπορευματοποιημένη παράδοση, στα γρανάζια μιας βιομηχανίας που σαν τον Μίδα καταστρέφει ό,τι αγγίζει χρυσώνοντάς το. Ο υπερτουρισμός άλλωστε σαρώνει τους δημοφιλείς προορισμούς το καλοκαίρι, αφήνοντάς τους έρημους τον χειμώνα: Ακόμα και στα μεγαλύτερα νησιά ελάχιστα μαγαζιά μένουν ανοιχτά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ οι χώροι τέχνης και πολιτισμού – ακόμα και τα σινεμά – αποτελούν είδος προς εξαφάνιση.

white canopy tent on white building near ocean
Photo by Pixabay on Pexels.com


Πίσω από τον αχό της βαλίτσας

Κάπου πίσω από τον αχό των μπιτσόμπαρων και της βαλίτσας-τρέιλερ, βρίσκονται οι άλλοι ντόπιοι: Αυτοί που δεν δουλεύουν στην τουριστική βιομηχανία, αλλά έχουν ανάγκη οι ίδιοι για μερικές ημέρες διακοπών. Αυτοί που θα δώσουν έναν μισθό για να ταξιδέψουν και να καταλύσουν όχι μόνο στα νησιά αλλά και στους χερσαίους προορισμούς. Αυτοί που, περιορισμένοι στο στενό εύρος ανάσας που αφήνει η πιεστική καθημερινότητα, θα φύγουν μαζικά όπως μαζικά ζουν στις μεγαλουπόλεις, ελπίζοντας σε μια ανάπαυλα που είναι αμφίβολο αν θα βρουν σε ένα υστερικό καλοκαίρι. Και αυτοί που, φιλοξενούμενοι στον τόπο τους, θα αποφύγουν τα κέντρα των νησιωτικών πόλεών τους με ή χωρίς έκκληση για περιορισμό μετακινήσεων, λόγω της πολυκοσμίας που προκαλεί ο υπερτουρισμός και του ασύλληπτου κυκλοφοριακού.


Τουριστικό θαύμα

Η μετατροπή της Ελλάδας σε ένα εργοστάσιο τουρισμού, το πολυσυζητημένο «τουριστικό θαύμα», δεν έτυχε: Πέτυχε. Είναι απόρροια των μνημονίων που στραγγάλισαν οικονομικά εργαζόμενους και μεσαία στρώματα, με αποτέλεσμα στο γύρισμα της ανάπτυξης να κυνηγούν την παραμικρή δυνατότητα που προκύπτει για να καλύψουν τα σπασμένα μιας ολόκληρης δεκαετίας. Της εκτίναξης της ανισότητας μεταξύ Αθήνας και περιφέρειας με την τελευταία, ελλείψει πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης, να μαραζώνει όταν δεν αναπτύσσεται τουριστικά, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις που επιφέρει ο υπερτουρισμός. Αλλά και του νεοφιλελεύθερου δόγματος «νόμος είναι το δίκιο του επιχειρηματία» που βαφτίζει ακόμα και «στρατηγικής σημασίας» επενδύσεις σε τομείς με χαμηλή προστιθέμενη αξία, που όμως εγγυώνται υψηλές αποδόσεις με μικρό ρίσκο.

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Tagged with: