Σημαντική πίεση στις τιμές των τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να ασκήσει το αμέσως επόμενο διάστημα το ενεργειακό σοκ που έχει προκαλέσει το επί της ουσίας κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, ως απάντηση στα διαδοχικά κύματα βομβαρδισμών που δέχεται τον τελευταίο μήνα από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Εκτός από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα είναι κρίσιμο και για το παγκόσμιο εμπόριο λιπασμάτων, καθώς εκτιμάται ότι περίπου το 30% των ποσοτήτων που διακινούνται διεθνώς περνά από εκεί. Παράλληλα, η περιοχή του Κόλπου αποτελεί βασικό κόμβο και για το εμπόριο θείου, μιας κρίσιμης πρώτης ύλης για την παραγωγή λιπασμάτων σε άλλες περιοχές του πλανήτη.
Οι πιέσεις έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται στο κόστος των αγροτικών εισροών. Η ουρία (αζωτούχο λίπασμα) στη Μέση Ανατολή αυξήθηκε κατά 19% μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου, ενώ στην Αίγυπτο η άνοδος έφτασε το 28%. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) εκτιμά ότι, αν η κρίση συνεχιστεί, οι τιμές των λιπασμάτων μπορεί να κινηθούν 15%-20% υψηλότερα στο πρώτο εξάμηνο του 2026.

Ανεβαίνουν οι χρηματιστηριακές τιμές
Η επίδραση του ενεργειακού σοκ έχει ήδη αρχίσει να περνά και στις αγορές τροφίμων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο μεταξύ των βασικών χρηματιστηριακών τροφίμων κατέγραψαν η ζάχαρη με 12,41%, η βρώμη με 10,72% και το φοινικέλαιο με 10,16%.
Σημειώνεται ότι πολλά βασικά τρόφιμα, όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι, το ρύζι, η σόγια, η ζάχαρη και το κακάο, διαπραγματεύονται στα χρηματιστήρια τροφίμων ως κοινά εμπορεύματα, παρότι πρόκειται για αγαθά που συνδέονται άμεσα με την παγκόσμια επισιτιστική επάρκεια.
Η διαδικασία ξεκινά από τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, μέσω των οποίων παραγωγοί και αγοραστές συμφωνούν από πριν μια τιμή για μελλοντική παράδοση. Στην πράξη, όμως, πάνω σε αυτά τα συμβόλαια αναπτύσσεται ευρύτερη χρηματοοικονομική δραστηριότητα, με τη συμμετοχή επενδυτικών κεφαλαίων που δεν συνδέονται άμεσα με την πραγματική αγορά τροφίμων.
Σε περιόδους έντασης, πολέμου ή διαταραχών στην παραγωγή και στα logistics, η αυξημένη κερδοσκοπική δραστηριότητα μπορεί να ωθήσει τις τιμές υψηλότερα από ό,τι θα δικαιολογούσαν τα θεμελιώδη μεγέθη της προσφοράς και της ζήτησης, λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστής των ανατιμήσεων.

Από τα καύσιμα στα τρόφιμα
Ανεξαρτήτως των κερδοσκοπικών κινήσεων, ο συνδυασμός των προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα λιπασμάτων και του ραλί στην ενέργεια εντείνει τις πραγματικές πιέσεις στην αγροτική παραγωγή. Πέραν του κόστους των λιπασμάτων, οι αυξήσεις στο ρεύμα και τα καύσιμα επιβαρύνουν την άρδευση, τις μεταφορές και την επεξεργασία τροφίμων.
Ορισμένα προϊόντα, όπως η ζάχαρη, επηρεάζονται και από την αγορά των βιοκαυσίμων, καθώς η άνοδος των τιμών ενέργειας καθιστά πιο συμφέρουσα την παραγωγή αιθανόλης έναντι της ζάχαρης στη Βραζιλία, τον μεγαλύτερο παραγωγό ζάχαρης παγκοσμίως, όπως σημειώνει το Reuters. Ετσι, οι μονάδες επεξεργασίας ζαχαροκάλαμου κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος της πρώτης ύλης προς τα βιοκαύσιμα και λιγότερο προς τη ζάχαρη, ανάλογα με τις αποδόσεις των δύο προϊόντων.
Οι πιέσεις αυτές αρχίζουν ήδη να περνούν και στις προβλέψεις για τον πληθωρισμό τροφίμων. Το IGD (Institute of Grocery Distribution), βρετανικός οργανισμός ανάλυσης για τη λιανική αγορά τροφίμων και την εφοδιαστική αλυσίδα, εκτιμά ότι, σε ένα σενάριο έντονου αλλά βραχύβιου ενεργειακού σοκ, ο πληθωρισμός τροφίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να ξεπεράσει προσωρινά το 8% έως τον Ιούνιο του 2026, από 3,6% σήμερα. Ακόμη και σε ηπιότερο σενάριο, υπογραμμίζει ότι μια σύντομη αλλά ισχυρή αναταραχή στις αγορές ενέργειας αρκεί για να περάσει, έστω και με καθυστέρηση, στις τιμές των τροφίμων.

«Κλειδί» η διάρκεια της κρίσης
Συνολικά, η διάρκεια της κρίσης αναμένεται να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία των τιμών των τροφίμων. Σύμφωνα με τον FAO, εφόσον η διαταραχή περιοριζόταν σε χρονικό ορίζοντα έως ενός μήνα, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να παραμείνουν διαχειρίσιμες και οι αγορές να σταθεροποιηθούν μέσα σε περίπου τρεις μήνες. Ωστόσο, το χρονικό αυτό «παράθυρο» έχει ήδη κλείσει.
Κατά συνέπεια, πιο ρεαλιστικό μοιάζει το εναλλακτικό σενάριο του FAO, σύμφωνα με το οποίο, αν η κρίση παραταθεί για ένα τρίμηνο ή και περισσότερο, οι συνέπειες εκτιμάται ότι θα είναι αισθητά εντονότερες, επηρεάζοντας τόσο τις αποδόσεις βασικών καλλιεργειών, όπως το σιτάρι, το ρύζι και το καλαμπόκι, όσο και τις αποφάσεις σποράς για το 2026.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες στον κίνδυνο μιας νέας επισιτιστικής κρίσης θεωρούνται χώρες με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές λιπασμάτων και τροφίμων ή με κρίσιμους καλλιεργητικούς κύκλους σε εξέλιξη, όπως η Σρι Λάνκα, το Μπανγκλαντές, η Ινδία και η Αίγυπτος, ενώ αυξημένοι κίνδυνοι εντοπίζονται και στην Υποσαχάρια Αφρική. Πρόκειται, σημειωτέον, για περιοχές που πριν τέσσερα χρόνια «πλήρωσαν» και την επισιτιστική διαταραχή που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία…
Δημοσιεύτηκε στην Ημερησία
