Τα οικονομικά της Δικτατορίας – Η αλήθεια για το «θαύμα» της Χούντας

diktatoria

Υπάρχει ένα πάγιο «αλλά» σε όσους στις πέντε δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει από την πτώση της Δικτατορίας, εμφανίζονται ως «αντικειμενικοί» κριτές της Επταετίας – στην πράξη ως λιγότερο ή περισσότερο «ντροπαλοί» νοσταλγοί της. Μπορεί να ήταν ένα αυταρχικό καθεστώς που βαρύνεται μεταξύ άλλων με την αιματηρή καταστολή στο Πολυτεχνείο και βεβαίως με το έγκλημα της Κύπρου, όμως «έκανε έργα» ή δημιούργησε ένα «οικονομικό θαύμα» — αναλόγως το βαθμό «ντροπαλής» συμπάθειας. Ωστόσο, τα στοιχεία για τα οικονομικά της Δικτατορίας δείχνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια της επταετίας «έσκασε» μία από τις σοβαρότερες κρίσεις της ελληνικής οικονομίας — αυτή του 1973. Επρόκειτο βεβαίως για μια διεθνή κρίση (όπως άλλωστε και του 2008), η οποία όμως εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη βιαιότητα στην Ελλάδα, καταδεικνύοντας τα όρια του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο επιτάχυνε – και οδήγησε σε παροξυσμό – το καθεστώς των Συνταγματαρχών.

Έτσι, στις αρχές του 1974 – μήνες πριν την κυπριακή τραγωδία και την κατάρρευση του καθεστώτος – ο πληθωρισμός κινούταν σε επίπεδα άνω του 15%, καθώς η διεθνής τιμή του πετρελαίου είχε ήδη πολλαπλασιαστεί και επιβάρυνε μια οικονομία που εξαρτιόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από εισαγόμενο καύσιμο. Η ανάπτυξη, που στις αρχές της δεκαετίας βρισκόταν σταθερά σε υψηλά επίπεδα, είχε ήδη επιβραδυνθεί γύρω στο 5% το 1973, για να μετατραπεί σε ύφεση το 1974, ενώ το κόστος παραγωγής και το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών διευρύνονταν, αντανακλώντας το σοκ του ενεργειακού κόστους και τη γενικευμένη αποσταθεροποίηση της διεθνούς οικονομίας. Μεταβολές άμεσα συνδεδεμένες με τα οικονομικά της Δικτατορίας.

Το οικονομικό σοκ του 1973 λειτούργησε ως σημείο καμπής για την ελληνική οικονομία, καθώς επιδείνωσε τις αδυναμίες πολλών ήδη εύθραυστων βιομηχανιών και επιτάχυνε την εμφάνιση της πρώτης μεγάλης φουρνιάς «προβληματικών» επιχειρήσεων. Μια διαδικασία που στα χρόνια που ακολούθησαν – και ιδίως μετά την ένταξη στην ΕΟΚ–ΕΕ – συνέβαλε στη σταδιακή αποβιομηχάνιση και στη διαμόρφωση ενός μοντέλου ανάπτυξης που στηριζόταν στην κατανάλωση. Ένα μοντέλο που οδήγησε τις επόμενες δεκαετίες στη διόγκωση των «δίδυμων ελλειμμάτων» και τελικά στην κρίση του 2008.

Τα οικονομικά της Δικτατορίας βρέθηκαν, το 2024, στο επίκεντρο ημερίδας που διοργάνωσε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ, πρώην ΑΣΟΕΕ), με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από την κατάρρευση του καθεστώτος. Τα πρακτικά του συνεδρίου εκδόθηκαν στη συνέχεια σε ειδικό τόμο από τη Βουλή, ενώ στο περιοδικό του ΟΠΑ δημοσιεύτηκαν σύντομα άρθρα ορισμένων εκ των εισηγητών, οι οποίοι αναλύουν τα οικονομικά της Δικτατορίας σε μια σειρά από τομείς της οικονομίας.

Τα ευρήματα και οι απόψεις των ερευνητών παρουσιάζονται παρακάτω περιληπτικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υιοθετείται απαραιτήτως ή πλήρως το σκεπτικό τους. Το σύνολο του υλικού είναι διαθέσιμο ΕΔΩ.

Στο χείλος της κατάρρευσης

Εισαγωγικά, ο Νίκος Χριστοδουλάκης, Ομότιμος Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογραμμίζει ότι παρά το γεγονός ότι υπάρχει καθολική ιστορική συναίνεση για την πολιτική καταπίεση και την εθνική τραγωδία της Κύπρου, επιβιώνει ακόμη ο μύθος ενός δήθεν «οικονομικού θαύματος» της περιόδου — ένας μύθος που, κατά τον ίδιο, καταρρέει πλήρως όταν εξετάζονται τα πραγματικά στοιχεία για τα οικονομικά της Δικτατορίας.

Ο Χριστοδουλάκης τονίζει ότι η Επταετία κληροδοτεί μια οικονομία στο χείλος της ύφεσης και του υπερπληθωρισμού, με οξυμένες κοινωνικές ανισότητες, χωρίς σύγχρονες υποδομές, χωρίς βιομηχανική πολιτική και με μια επικίνδυνη χρηματοπιστωτική επέκταση προς «φιλικές» επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες καταρρέουν λίγα χρόνια αργότερα. Την ίδια ώρα οι διεθνείς οικονομικές αναταράξεις – από την πετρελαϊκή κρίση έως την αστάθεια του δολαρίου – καθιστούν τις επιλογές της Δικτατορίας ακόμη πιο επιζήμιες.

Η μεταπολεμική ανάπτυξη

Στη συνέχεια, ο Γιώργος Αλογοσκούφης, Ομότιμος Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, παρουσιάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται το μεταπολεμικό «οικονομικό θαύμα» και αναλύει πώς αυτό υπονομεύεται και τελικά καταρρέει με τα οικονομικά της Δικτατορίας. Όπως επισημαίνει, την περίοδο 1955–1966 η Ελλάδα καταγράφει εντυπωσιακό ρυθμό μεγέθυνσης 7,3% και εξαιρετικά χαμηλό πληθωρισμό 2,5%, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ υπερ-τετραπλασιάζεται. Η φτωχή αγροτική χώρα μετατρέπεται σε οικονομία μεσαίου εισοδήματος, η μεταποίηση και οι κατασκευές αποκτούν κεντρικό ρόλο και μια νέα μεσαία τάξη αναδύεται, καθώς η ανεργία σταθεροποιείται γύρω στο 5% και οι κοινωνικές δομές εκσυγχρονίζονται.

Ο Αλογοσκούφης εξηγεί ότι οι δημοσιονομικές επεκτάσεις των κυβερνήσεων της Ένωσης Κέντρου δεν απειλούν τη σταθερότητα, καθώς κινούνται εντός του αναπτυξιακού πλαισίου που η χώρα ακολουθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Σε αυτή τη φάση, τονίζει, το μεταπολεμικό υπόδειγμα ανάπτυξης εξακολουθεί να λειτουργεί, παρά τις πρώτες πιέσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο.

Η επιβολή της Δικτατορίας το 1967, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν συνοδεύεται αρχικά από σοβαρές αλλαγές στην οικονομική πολιτική, καθώς οι κυβερνώντες δεν διαθέτουν ένα συνεκτικό εναλλακτικό σχέδιο. Όμως, σύντομα οδηγούνται σε υπερβολές, ακρότητες και λανθασμένες επιλογές, οι οποίες – σε συνδυασμό με τις διεθνείς αναταράξεις, όπως η κατάρρευση του Bretton Woods και η πρώτη πετρελαϊκή κρίση – επιταχύνουν την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού του 1974. Με την εμμονή στη σταθερή ισοτιμία της δραχμής έναντι του υποτιμούμενου δολαρίου, οι πληθωριστικές πιέσεις εκτοξεύονται, πολύ υψηλότερα απ’ ό,τι στις χώρες της ΕΟΚ και στην Ιαπωνία, ενώ η επιδείνωση εξωτερικών και εσωτερικών ανισορροπιών οδηγεί αναπόφευκτα σε περιοριστική πολιτική στα τέλη του 1973 και τελικά στην ύφεση του 1974.

Όπως συμπεραίνει ο Αλογοσκούφης, τα οικονομικά της Δικτατορίας όχι μόνο αποτυγχάνουν να προσαρμόσουν το μεταπολεμικό αναπτυξιακό υπόδειγμα στα νέα παγκόσμια δεδομένα, αλλά τελικά διευρύνουν τις αδυναμίες του, σηματοδοτώντας το τέλος του ελληνικού «οικονομικού θαύματος» και αφήνοντας πίσω μια οικονομία βυθισμένη σε μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Υπερδανεισμός, υπερθέρμανση και κατάρρευση

Αμέσως μετά ο Ανδρέας Κακριδής, Επίκουρος Καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας και Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Επιστημονικός Υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου της Τράπεζας της Ελλάδος, εξετάζει την πολιτική οικονομία της Δικτατορίας και τονίζει ότι το καθεστώς επιλέγει μια υπερβολικά επιθετική επεκτατική πολιτική ζήτησης, παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία «τρέχει» ήδη με υψηλές ταχύτητες. Όπως εξηγεί, το βασικό εργαλείο αυτής της πολιτικής είναι η αλματώδης πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα: το 1972 ο ιδιωτικός δανεισμός αγγίζει το 60% του ΑΕΠ, δηλαδή 20 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από το 1967, δημιουργώντας μια ανατροφοδοτούμενη διαδικασία ρευστότητας που διογκώνει τη συνολική ζήτηση.

Ο Κακριδής υπογραμμίζει ότι αυτή η επιλογή ενέχει σοβαρούς κινδύνους: σε μια οικονομία που βρίσκεται ήδη σε «υπερθέρμανση», η υπερβολική πιστωτική χαλάρωση αυξάνει τον κίνδυνο μακροοικονομικού εκτροχιασμού. Χαρακτηριστικά αναφέρει το εμπιστευτικό υπόμνημα του Κωνσταντίνου Θάνου το 1973 προς τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, στο οποίο σημειώνεται ότι από το 1970 «επικρατεί πνεύμα επικινδύνου ευφορίας» και διοικητικής χαλάρωσης — ένα κλίμα που επιδεινώνεται από τις εσωτερικές έριδες στις ηγετικές ομάδες της Χούντας, μεταξύ Παπαδόπουλου, Μακαρέζου και αργότερα Μαρκεζίνη.

Οι πρώτες πιέσεις, όπως αναλύει, εκδηλώνονται στο εξωτερικό ισοζύγιο. Παρά τις καμπάνιες υπέρ των ελληνικών προϊόντων, οι εισαγωγές αυξάνονται ραγδαία και διευρύνουν το εμπορικό έλλειμμα, ενώ η ΕΟΚ παγώνει τα μακροχρόνια δάνεια και οι βραχυχρόνιες πιστώσεις γίνονται ακριβότερες. Η οικονομία στηρίζεται πλέον σε μεταναστευτικά εμβάσματα, τουρισμό, ναυτιλία και ξένες επενδύσεις, εξηγώντας — σύμφωνα με τον Κακριδή — τόσο την προώθηση του τουρισμού όσο και τις προσπάθειες προσέλκυσης εφοπλιστών και αλλοδαπών επενδυτών, μια τάση που χαρακτηρίζει τα οικονομικά της Δικτατορίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο Κακριδής ερμηνεύει και επιλογές που συχνά χαρακτηρίζονται «παράδοξες» ή «ανορθολογικές», όπως η υποτίμηση του 1973 σε μια περίοδο που η χώρα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα ανταγωνιστικότητας ή οι παρεμβάσεις στον κλάδο των κατασκευών με στόχο την προσέλκυση αποταμιεύσεων των Ελλήνων μεταναστών. Παρά τα επιμέρους οφέλη, το ερώτημα της βιωσιμότητας αυτού του μοντέλου παραμένει, καθώς — όπως τονίζει — η ελληνική οικονομία φαίνεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 να κατευθύνεται προς επιβράδυνση.

Η υψηλή ρευστότητα προκαλεί «φούσκες» στο Χρηματιστήριο και στην αγορά ακινήτων, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις συσσωρεύονται πριν ακόμη ξεσπάσει η πετρελαϊκή κρίση. Το 1973 το οικονομικό επιτελείο πατά «φρένο» και περιορίζει πιστώσεις και δημόσιες δαπάνες, οδηγώντας αναπόφευκτα σε επιβράδυνση· η πετρελαϊκή κρίση και η εισβολή στην Κύπρο απλώς μετατρέπουν αυτή την επιβράδυνση σε βαθιά ύφεση — μια κρίσιμη καμπή στα οικονομικά της Δικτατορίας.

Ενέργεια και ΔΕΗ

Ακολουθεί η ανάλυση της Δανάης Διακουλάκη, Ομότιμης Καθηγήτριας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η οποία εξετάζει τις ενεργειακές στρεβλώσεις της περιόδου της Δικτατορίας μέσα από την περίπτωση της ΔΕΗ, εντάσσοντας τις παρατηρήσεις της στα οικονομικά της Δικτατορίας. Όπως επισημαίνει, η Επιχείρηση, που ιδρύεται το 1950 και αποκτά τον ρόλο του μοναδικού φορέα ηλεκτρικής ενέργειας ήδη από το 1956, έχει μέχρι το 1967 διανύσει μια πορεία ταχείας ανάπτυξης και εξυγίανσης, με την εξαγορά 415 ιδιωτικών εταιρειών ηλεκτρισμού και την πρόοδο σε έργα εξηλεκτρισμού σε όλη τη χώρα. Η χούντα κληρονομεί αυτή τη θετική βάση και συνεχίζει την ποσοτική μεγέθυνση: το ποσοστό εξηλεκτρισμού ανεβαίνει από 80% το 1967 σε σχεδόν 100% το 1974, ενώ η κατά κεφαλήν κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας υπερδιπλασιάζεται, εξέλιξη που όμως — όπως υπογραμμίζει — οφείλεται κυρίως στις μεγάλες βιομηχανικές επενδύσεις της προδικτατορικής περιόδου.

Η Διακουλάκη τονίζει ότι η ουσιαστική ανατροπή επέρχεται με το πενταετές πρόγραμμα της ΔΕΗ 1968–1972, το οποίο η Δικτατορία καταθέτει άμεσα, ανατρέποντας εκ βάθρων τον προηγούμενο δεκαετή σχεδιασμό. Το νέο πρόγραμμα δίνει στρατηγική προτεραιότητα στην εντατική προώθηση πετρελαϊκών σταθμών, εγκαταλείποντας την εθνική επιλογή της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου υπέρ της αξιοποίησης των εγχώριων ενεργειακών πόρων, όπως τα υδροηλεκτρικά και ο λιγνίτης. Ενδεικτική είναι η μετατόπιση κατά 2–3 χρόνια των λιγνιτικών σταθμών Πτολεμαΐδας 4 και 5, αλλά και του υδροηλεκτρικού σταθμού Πολυφύτου, ενώ ο σταθμός Πουρναρίου αποσύρεται πλήρως από τον σχεδιασμό.

Παράλληλα, η χούντα εντάσσει για πρώτη φορά την πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό πρόγραμμα της ΔΕΗ. Η Διακουλάκη αναφέρει ότι ήδη τον Δεκέμβριο του 1967 υπογράφεται σύμβαση μεταξύ της γαλλικής Bonnard Gardel και της ελβετικής ElectroWatt για τον σχεδιασμό πυρηνικής μονάδας, με αμοιβή 450.000 ελβετικά φράγκα. Η επιλογή αυτή, όπως σημειώνει, σηματοδοτεί ουσιαστικά την εγκατάλειψη της ενεργειακής ανεξαρτησίας και τη μεταφορά κρίσιμων στοιχείων του ενεργειακού σχεδιασμού σε ξένα κέντρα. Η επιδίωξη για πυρηνικό σταθμό δεν ευοδώνεται ποτέ και εγκαταλείπεται οριστικά το 1992.

Οι συνέπειες αυτών των επιλογών γίνονται άμεσα ορατές. Κατά την επταετία, το πετρέλαιο κυριαρχεί στο ηλεκτρικό ισοζύγιο, με το μερίδιό του στην εγκατεστημένη ισχύ να ανεβαίνει από 31% το 1967 σε 50% το 1973. Η ΔΕΗ γίνεται έτσι ιδιαίτερα ευάλωτη στο σοκ της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, ενώ επιπλέον επιβαρύνεται από δαπανηρές και άστοχες επενδύσεις, όπως οι αντιοικονομικές λιγνιτικές μονάδες της Μεγαλόπολης ή η προσπάθεια αξιοποίησης της τύρφης των Φιλίππων. Σε συνδυασμό με αδιαφανείς διαχειριστικές πρακτικές, αυτές οι επιλογές υποσκάπτουν σοβαρά την οικονομική ευρωστία της Επιχείρησης — άλλο ένα «θαύμα» στα οικονομικά της Δικτατορίας.

Όπως καταλήγει η Διακουλάκη, παρότι στη μεταπολίτευση η ΔΕΗ επιστρέφει σταδιακά σε μια στρατηγική ενίσχυσης της ενεργειακής αυτοδυναμίας, η διοικητική και διαχειριστική κληρονομιά της Δικτατορίας παραμένει βαθιά και δύσκολα ανατάξιμη, καθορίζοντας επί δεκαετίες κρίσιμες αδυναμίες στον ενεργειακό τομέα της χώρας.

Βιομηχανία και σκάνδαλα

Ο Γιάννης Καλογήρου, Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, στην ανάλυσή του για τα οικονομικά της Δικτατορίας απομυθοποιεί τη βιομηχανική πολιτική της Επταετίας και τονίζει ότι τα αναπτυξιακά επιτεύγματα που το καθεστώς επιχειρεί να οικειοποιηθεί έχουν τις ρίζες τους στις προδικτατορικές κυβερνήσεις. Όπως εξηγεί, η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής την περίοδο 1967–1974 δεν προκύπτει από σχεδιασμένες πολιτικές της Χούντας, αλλά από πρωτοποριακές ξένες βιομηχανικές μονάδες που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα πριν από το πραξικόπημα και από την κατάργηση των δασμών στις αγορές της ΕΟΚ, αποτέλεσμα της Συμφωνίας Σύνδεσης Ελλάδας–ΕΟΚ του 1961.

Ο Καλογήρου υπογραμμίζει ότι η άνοδος των εξαγωγών βασίζεται κυρίως στην παραγωγή αλουμίνας και αλουμινίου, σιδηρονικελίου, σιδηροφύλλων και αντικροτικών· προϊόντων δηλαδή που οφείλονται σε επενδύσεις της προδικτατορικής εποχής. Η Δικτατορία, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, επιχειρεί να καρπωθεί τα αποτελέσματα πολιτικών τις οποίες έχουν ήδη θέσει σε εφαρμογή προηγούμενες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις.

Με δεδομένο ότι στη διάρκεια της επταετίας δεν πραγματοποιείται καμία εμβληματική παραγωγική επένδυση, ο Καλογήρου εξηγεί ότι το καθεστώς καταφεύγει σε εντυπωσιακές αλλά κενές περιεχομένου εξαγγελίες. Το «πάγωμα» της Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΟΚ στερεί από τη βιομηχανία κρίσιμη χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ενώ οι προσπάθειες προσέλκυσης μεγάλων ξένων επενδύσεων οδηγούνται σε αποτυχία.

Χαρακτηριστικό είναι το φιάσκο της σύμβασης με τη Litton Industries, που αφορά ένα επενδυτικό πακέτο σε Δυτική Πελοπόννησο και Κρήτη — μια πρόταση που έχει ήδη απορριφθεί από προδικτατορικές κυβερνήσεις, αλλά υπογράφεται μέσα στις πρώτες εβδομάδες του καθεστώτος και τελικά καταρρέει. Αντίστοιχα, η υπόθεση MacDonald εξελίσσεται σε σκάνδαλο: ο Αμερικανός επιχειρηματίας, που αναλαμβάνει να βρει κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της «Εγνατίας Οδού», διαφεύγει με 4,8 εκατ. δολάρια σε μετρητά και 33,4 εκατ. δολάρια σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Μια τρίτη υπόθεση, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αφορά τον κλάδο των πετρελαίων. Στη διεκδίκηση νέων διυλιστηρίων εμπλέκονται ο Νιάρχος, η ΩΜΕΓΑ του Ομίλου Ωνάση, ο Λάτσης, ο Βαρδινογιάννης και ο Ανδρεάδης με τη ΣΤΡΑΝ, με τη Χούντα να υπόσχεται ενεργειακό hub στην Πάχη Μεγάρων από τη ΣΤΡΑΝ — ένα σχέδιο που επίσης δεν υλοποιείται, μετά και τις έντονες λαϊκές αντιδράσεις των Μεγαρέων.

Όπως συμπεραίνει ο Καλογήρου, η περίοδος της Δικτατορίας αποτελεί μια οδυνηρή παρένθεση στην οικονομική ιστορία της χώρας: η Ελλάδα μένει εκτός κρίσιμων ευρωπαϊκών διεργασιών, υιοθετεί μια στρεβλή νοοτροπία που αφήνει ίχνη έως σήμερα, περιορίζει την προσαρμογή της βιομηχανίας στις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής και γενικά βάζει φρένο στη δημιουργικότητα και στον εκσυγχρονισμό — μια πραγματικότητα που, όπως υπογραμμίζει, χαρακτηρίζει βαθιά τα οικονομικά της Δικτατορίας. Η «Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών», καταλήγει, συνιστά ιστορικό παράδειγμα ενός κενού και οπισθοδρομικού στόμφου, που όχι μόνο δεν προσφέρει εθνική στρατηγική για το μέλλον, αλλά υπονομεύει την ίδια τη δυνατότητα της χώρας να αναπτυχθεί.

Ελλάς Ελλήνων Ξενοδόχων

Ο Μιχάλης Νικολακάκης, Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, εξετάζοντας τα οικονομικά της Δικτατορίας, αναλύει την ιδιαίτερη σχέση του καθεστώτος με τον τουρισμό, δείχνοντας πώς η τουριστική ανάπτυξη της επταετίας λειτουργεί ταυτόχρονα ως αναπτυξιακή επίφαση και ως μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης. Όπως επισημαίνει, η δεκαετία του 1970 σηματοδοτεί μια αλλαγή παραδείγματος: η μέση δυναμικότητα των ξενοδοχειακών μονάδων αυξάνεται, παύει ο κατακερματισμός των όγκων που χαρακτηρίζει τη δεκαετία του ’60 και επιβάλλονται ενιαίοι όγκοι, τα λεγόμενα monoblock ξενοδοχεία.

Παράλληλα, ο Αναγκαστικός Νόμος 522/1968 δίνει στους οικοδομούντες τουριστικά καταλύματα δικαιώματα επί των ακτών, με αποτέλεσμα μεγάλες παράκτιες περιοχές να καθίστανται de facto απροσπέλαστες για το κοινό. Ο Νικολακάκης υπογραμμίζει ότι αυτή η «αποικιοποίηση της ακτής» δεν υλοποιείται από ξένο κεφάλαιο — όπως στις περιπτώσεις της Ισπανίας και της Τουρκίας — αλλά από εγχώρια συμφέροντα που συνδέονται πολιτικά με το καθεστώς. Έτσι, ο τουριστικός χώρος της εποχής αντανακλά όχι μόνο τεχνικές επιλογές, αλλά και μια «αντικειμενοποιημένη εικόνα» του τρόπου με τον οποίο η Χούντα επιδιώκει να συγκροτήσει κοινωνικές συμμαχίες και μηχανισμούς ενσωμάτωσης.

Ωστόσο, το μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης συναντά σύντομα τα όριά του. Ήδη από το 1971, η πετρελαϊκή κρίση επιδεινώνει τις οικονομικές επιδόσεις, ο πληθωρισμός εκτινάσσεται και ο τρόπος παροχής δανείων προς τον τουριστικό τομέα οξύνει τις πιέσεις. Πολλές από τις νεόδμητες μονάδες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους και λίγο πριν την εισβολή στην Κύπρο καταρρέει η αεροπορική εταιρεία Οράιζον, οδηγώντας σε μπαράζ πλειστηριασμών ξενοδοχείων στη μεταδικτατορική περίοδο.

Ο Νικολακάκης τονίζει ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στο φαινόμενο όπου ο τουρισμός, υπό τον μανδύα μιας αναπτυξιακής πολιτικής, επιτελεί παράλληλα πολιτικές λειτουργίες. Όμως, οι ελληνικές ιδιαιτερότητες είναι σαφείς: ο τρόπος με τον οποίο η τουριστική ανάπτυξη της επταετίας επηρεάζει τη δομή του πολιτικού ανταγωνισμού και τις σχέσεις κέντρου – περιφέρειας στη Μεταπολίτευση αποτελεί μια διαχρονική επίδραση που εγγράφεται βαθιά στα οικονομικά της Δικτατορίας. Το καθεστώς καταρρέει, αλλά — όπως σημειώνει — αφήνει πίσω του κρίσιμες διασυνδέσεις ανάμεσα στα τοπικά οικονομικά δίκτυα και το εκάστοτε κέντρο εξουσίας, θέτοντας ερωτήματα για τη διαχρονικότητα των πελατειακών σχέσεων στη σύγχρονη Ελλάδα.

Η χαμένη δεκαετία

Τέλος, η Σοφία Λαζαρέτου, ερευνήτρια στη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος, αναλύοντας τα οικονομικά της Δικτατορίας, εξηγεί γιατί η δεκαετία του 1970 εξελίσσεται σε μια «χαμένη δεκαετία» για την ελληνική οικονομία, επισημαίνοντας πως η Δικτατορία αποτελεί ένα απολυταρχικό, λαϊκιστικό μόρφωμα που, μετά από μια κατ’ επίφαση σύντομη ευημερία, οδηγεί τη χώρα σε ταχεία απόκλιση από τις ευρωπαϊκές οικονομίες – μια απόκλιση που διαρκεί έως την αυγή της νέας χιλιετίας.

Όπως εξηγεί, τα λάθη πολιτικής της επταετίας και η αδυναμία διαχείρισης των διεθνών διαταραχών της εποχής επιδεινώνουν δραματικά την ελληνική οικονομία. Την παραμονή του πολέμου του Γιόμ-Κιπούρ και της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης του 1973, σχεδόν όλες οι χώρες έχουν ήδη εγκαταλείψει τη σύνδεση με το δολάριο και υιοθετούν ελεύθερα κυμαινόμενες ισοτιμίες, αποκτώντας αυτονομία στην άσκηση συναλλαγματικής πολιτικής. Η Ελλάδα, όμως, επιμένει να διατηρεί τη δραχμή σταθερή έναντι του δολαρίου, την ώρα που το αμερικανικό νόμισμα δέχεται υποτιμητικές πιέσεις και κερδοσκοπικές επιθέσεις.

Αυτή η εμμονή οδηγεί σε υψηλό εισαγόμενο πληθωρισμό, ενισχύει τις πληθωριστικές προσδοκίες και μονιμοποιεί τα διψήφια ποσοστά αύξησης τιμών. Σε συνδυασμό με τη συνεχή μεγάλη πιστωτική επέκταση που χαρακτηρίζει όλα τα χρόνια της Δικτατορίας, ο εγχώριος πληθωρισμός εκτοξεύεται σε επίπεδα άνω του 25%, εδραιώνοντας τις μακροοικονομικές ανισορροπίες που, αρχής γενομένης από τα οικονομικά της Δικτατορίας, θα ταλανίσουν τη χώρα για δεκαετίες.

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Tagged with: