Τι έχουν να δουν τα μάτια μου: Πόλη, ύπαιθρος και κοινωνία σε μετάβαση

ti exoyn na doyn ta matia moy

Περισσότερα από 40 χρόνια έχουν περάσει από όταν, το 1984, κυκλοφόρησε η ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου». Παρά όμως το ριζικά διαφορετικό περιβάλλον στο δεύτερο μισό της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η ταινία παραμένει κατά κάποιον τρόπο επίκαιρη, καθώς αποτυπώνει δομικά και γι’ αυτό διαχρονικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας – επίκαιρα ξανά με φόντο το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Το επίκαιρο της ταινίας υπενθύμισε ο ίδιος ο σκηνοθέτης της, με μια ανάρτηση στο Facebook. Γράφει ο Θοδωρής Μαραγκός στις 29 Απριλίου 2026:

«Όταν έκανα τα γυρίσματα του «Μάθε παιδί μου γράμματα» στην Στεμνίτσα της Αρκαδίας, με πήραν τηλέφωνο κάποιοι φίλοι αγρότες από την Ημαθία, πάνω από την Μακεδονία, και μου είπαν: «Τρέξε Θόδωρε καταστρεφόμαστε. Πετάνε τα ροδάκινα, όλο το βιός μας στις χωματερές. Πάρε την κάμερα και έλα να τραβήξεις της καταστροφή μας». Τους είπα δεν μπορώ να πάω γιατί δεν μπορώ να αφήσω την ταινία που ετοιμάζω τώρα.

Οι χωματερές είχαν ξεκινήσει επί Νέας Δημοκρατίας το 79-80. Ο Παπανδρέου τότε ως αντιπολίτευση, είχε υποσχεθεί πως όταν θα γίνει κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ δεν θα πεταχθεί ούτε ένα ροδάκινο στις χωματερές. Όταν όμως έγινε εξουσία, ξέχασε την υπόσχεσή του και συνέχισε το ίδιο έργο. Εγώ είχα τελειώσει το «Μάθε παιδί μου γράμματα». Πήρα λοιπόν την κάμερα και πήγα στους φίλους μου στην Ημαθία.

ti exoun still 3 upscaled 4x
Η καταστροφή των ροδάκινων στις χωματερές – Στιγμιότυπο από την ταινία «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» του Θοδωρή Μαραγκού – Πηγή: youtube

«Ήρθα», τους είπα.
«Τι ήρθες να κάνεις τώρα», μου απάντησαν.
«Ήρθα να τραβήξω που πετάνε όλη την παραγωγή σας στις χωματερές», τους είπα.
«Τώρα είναι αλλιώς, κακώς ήρθες».
«Δεν συνεχίζουν να πετάνε τα ροδάκινα;».
«Τώρα καλώς τα πετάμε, γιατί παίρνουμε επιδοτήσεις από την Ευρώπη».
«Μα και πριν δεν παίρνατε επιδοτήσεις;».
«Τώρα φίλε Θόδωρα έχουμε ΠΑΣΟΚ! Τι συζητάς».

Εγώ θεώρησα ότι καλώς πήγα και κινηματογράφησα τις χωματερές. Κατάλαβα ότι μπήκαμε σε μια νέα φάση αποδόμησης της ελληνικής κοινωνίας και έκανα το «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» 1983-84. Μια ταινία που δείχνει πόσο πρόθυμοι είναι μερικοί, πολλοί δηλαδή, να πετάξουν τις αξίες και τα πιστεύω τους στις χωματερές, αρκεί να πάρουν κι αυτοί επιδότηση.

Την ταινία πολέμησε το ΠΑΣΟΚ και προσπάθησε να μην προβληθεί σε κανέναν κινηματογράφο από τότε. Δεν τα κατάφερε όμως, γιατί πολύς κόσμος την στήριξε. Από τότε συνεχίζει να προβάλλεται και εξακολουθεί να είναι επίκαιρη σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά (ΟΠΕΚΕΠΕ).»

Μικροαστισμός και κοινωνικό ασανσέρ

Πράγματι, το «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» παραμένει επίκαιρο, καθώς αποτυπώνει και σατιρίζει ένα βασικό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικο-πολιτισμικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Ένα χαρακτηριστικό που, παρά τις ιστορικές μεταβολές που έχουν μεσολαβήσει – ιδίως κατά την εποχή των μνημονίων – παραμένει εν πολλοίς παρόν: τον μικροαστισμό. Την αίσθηση, δηλαδή, εκτεταμένων κοινωνικών στρωμάτων ότι, παρά την αντικειμενική τους θέση στην κοινωνική διαστρωμάτωση και την παραγωγή, η σχέση με το κράτος, το κόμμα της κυβέρνησης ή της μελλοντικής κυβέρνησης, η μικροϊδιοκτησία ή μια επιχειρηματική ιδέα αρκούν για να λειτουργήσουν ως κοινωνικό ασανσέρ.

Στο σενάριο, τέσσερις παλιοί φίλοι από την επαρχία, αφότου τράβηξαν διαφορετικούς δρόμους, ξανασυναντιούνται στην Αθήνα. Στόχος όλων, πλην ίσως του Παρασκευά (Γιάννης Ευδαίμων), που ως εργάτης διατηρεί πιο καθαρή ταξική συνείδηση, είναι η κοινωνική άνοδος – η προσπάθεια να πιάσουν «την καλή» και να απαλλαγούν από τα, με οικονομικό υπόβαθρο, βάσανα της καθημερινότητας.

Ο Λευτέρης (Βαγγέλης Καζάν) είναι ένας φέρελπις δικηγόρος και πολιτευόμενος, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με το ανερχόμενο τότε ΠΑΣΟΚ – που φωτογραφίζεται χωρίς να κατονομάζεται. Είναι πρόθυμος να πατήσει επί πτωμάτων για να ανελιχθεί, την ώρα που υιοθετεί έναν φιλολαϊκό, αντιδεξιό λόγο. Ο Νικηφόρος (Πέτρος Ζαρκάδης), έχοντας μόλις ξεμπαρκάρει, ψάχνει έναν τρόπο να επενδύσει τις οικονομίες του και, μετά από διάφορες αποτυχίες, υλοποιεί το όνειρό του να επιστρέψει στην επαρχία και την αγροτική παραγωγή. Ενώ ο Μήτσος (Κώστας Τσάκωνας) αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τον μικροεπιχειρηματία της πόλης που, από το υπόγειο του σπιτιού του, ψάχνει μια ευκαιρία να μετατραπεί σε… βιομήχανο. Και οι τέσσερις φίλοι, εκτός ίσως από τον πολιτευόμενο Λευτέρη, είναι απλοί και καλοπροαίρετοι λαϊκοί άνθρωποι.

ti exoun still 4 upscaled 4x
Ο Μήτσος (Κώστας Τσάκωνας) από το υπόγειο του σπιτιού του φιλοδοξεί να ανελιχθεί σε… βιομήχανο – Στιγμιότυπο από την ταινία «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» του Θοδωρή Μαραγκού – Πηγή: youtube

Σκόπιμα, μπορούμε να υποθέσουμε, ο Μαραγκός τους παρουσιάζει ως αρχέτυπα – σχεδόν ως καρικατούρες: χαρακτήρες απλούς και μονοδιάστατους, που λειτουργούν ως μέσο για να φανούν καθαρά οι κοινωνικές δομές και οι ρόλοι τους οποίους ενσαρκώνουν. Και το πετυχαίνει καλά, με την ταινία – παρά τα γκροτέσκα στοιχεία, ίσως και εξαιτίας αυτών – να αποτυπώνει μια κοινωνία σε μετάβαση και εσωτερικό ανταγωνισμό, όπου όλοι προσπαθούν να ανελιχθούν. Όχι όμως μέσα από ένα συλλογικό σχέδιο αλλαγής, αλλά μέσα από ατομικές διαδρομές διαφυγής: την πολιτική καριέρα, τη μικρή επιχείρηση, την επένδυση, την αγροτική επιδότηση, το βόλεμα, την «άκρη».

Έτσι, οι ήρωες του «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» είναι την ίδια ώρα θύματα του συστήματος, αλλά και ενεργοί φορείς της λογικής του. Πιστεύουν εύκολα, απογοητεύονται εύκολα, αλλά είναι και πρόθυμοι να προσαρμοστούν γρήγορα όταν διαφανεί κάποιο προσωπικό όφελος. Η φαινομενική αθωότητά τους συνυπάρχει με μια κουτοπόνηρη διάθεση επιβίωσης, ενώ οι παλιές φιλίες, οι ιδεολογίες και οι αξίες δοκιμάζονται μπροστά στην υπόσχεση της ανόδου.

Ο Μαραγκός δεν σατιρίζει απλώς την ύστερη περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ και το πρώιμο ΠΑΣΟΚ, ούτε μόνο τις αναπροσαρμογές που έφερε η είσοδος στην ΕΟΚ. Σατιρίζει τον βαθύτερο μικροαστικό μηχανισμό της ελληνικής κοινωνίας, όπου η ανάγκη για αξιοπρεπή ζωή μετατρέπεται συχνά σε αγώνα ατομικής τακτοποίησης. Ακόμη κι αν το τίμημα είναι να πεταχτούν στις χωματερές, μαζί με τα ροδάκινα, και οι ίδιες οι διακηρύξεις που μέχρι χθες εμφανίζονταν ως αδιαπραγμάτευτες.

ti exoun still 5 upscaled 4x
Οι τρεις (πλην του δικηγόρου Λευτέρη) φίλοι – Στιγμιότυπο από την ταινία «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» του Θοδωρή Μαραγκού – Πηγή: youtube

Η Αθήνα ως σκηνικό και σύμπτωμα

Σε αντίθεση με την ελαφρώς προγενέστερη (1981) ταινία του Θόδωρου Μαραγκού, «Μάθε παιδί μου γράμματα», το «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» δεν εστιάζει στην ύπαιθρο. Παρά τα συγκλονιστικά και αυθεντικά πλάνα από την καταστροφή ροδάκινων σε χωματερές, στα οποία παρεμβάλλονται σκηνές από τα σκελετωμένα παιδιά της Μπιάφρας, η ταινία εστιάζει κυρίως στην πόλη και συγκεκριμένα στην Αθήνα.

Η Αθήνα αποτελεί το υπόστρωμα της δράσης ως ο χώρος όπου συμπυκνώνονται οι αντιφάσεις της εποχής: η αντιπαροχή, το τσιμέντο, η κυκλοφοριακή ασφυξία, η μικροεπιχειρηματικότητα, η αγωνία της επιβίωσης και της κοινωνικής ανόδου. Είναι μια πόλη δύσκολη, πιεστική, αβίωτη (έχουν περάσει άλλωστε περισσότερα από 20 χρόνια εντατικής ανοικοδόμησης και μεθοδικής καταστροφής της παλαιάς νεοκλασικής πόλης) μέσα στην οποία οι ήρωες προσπαθούν να βρουν μια θέση και μια διέξοδο. Έτσι, ενώ η ύπαιθρος δείχνει την κρίση της παραγωγής, η Αθήνα αποτυπώνει την κρίση της καθημερινής ζωής.

ti exoun still 2 upscaled 4x
Η Αθήνα του τσιμέντου, της αντιπαροχής και του νέφους – Στιγμιότυπο από την ταινία «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» του Θοδωρή Μαραγκού – Πηγή: youtube

Από την κοινωνία της προσδοκίας στην κοινωνία της άμυνας

Περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά, πολλά έχουν αλλάξει. Η Ελλάδα έχει περάσει από την ευφορία των πρώτων μεταπολιτευτικών δεκαετιών στην εποχή της «ισχυρής Ελλάδας» των Ολυμπιακών Αγώνων και της βαλκανικής επέκτασης. Και από εκεί στο συλλογικό τραύμα και τις κοινωνικές ανακατατάξεις των μνημονίων – τη βαθιά τομή που χάραξε ο βίαιος ανασχηματισμός της παραγωγικής δομής, με συντριβή εκτεταμένων στρωμάτων εργαζομένων και μικροεπιχειρηματιών προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.

Τα παλιά μαζικά κόμματα έχουν αποδυναμωθεί, η πολιτική ασκείται πια περισσότερο μέσω του διαδικτύου, η Αθήνα έχει μετατραπεί από προορισμό των εσωτερικών μεταναστών σε πόλο τουρισμού, real estate και βραχυχρόνιων μισθώσεων. Και η κοινωνική άνοδος δεν αποτελεί πλέον δεδομένη υπόσχεση, αλλά όλο και πιο σπάνια εξαίρεση.

Κι όμως, ο πυρήνας της ταινίας παραμένει αναγνωρίσιμος: η εξάρτηση από το κράτος και τις επιδοτήσεις, η πίστη στην «άκρη», η μικροϊδιοκτησιακή αγωνία, η επιθυμία ατομικής σωτηρίας και η ευκολία με την οποία το συλλογικό συμφέρον υποχωρεί μπροστά στο προσωπικό όφελος. Μόνο που αυτό που τότε εμφανιζόταν ως αισιοδοξία μιας κοινωνίας που ήθελε να ανελιχθεί, σήμερα συχνά επιστρέφει ως φόβος μιας κοινωνίας που προσπαθεί να μη χάσει όσα της απέμειναν.

ti exoun still 1 upscaled 4x
Η Πλατεία Μοναστηρακίου ως τόπος που όλα πωλούνται και αγοράζονται – Στιγμιότυπο από την ταινία «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» του Θοδωρή Μαραγκού – Πηγή: youtube

Έτσι, μια σύγχρονη εκδοχή του «Τι έχουν να δουν τα μάτια μου» θα μπορούσε να αποτελείται από έναν νεαρό ελεύθερο επαγγελματία – πιθανώς ξανά δικηγόρο – που προσπαθεί να σταθεί ανάμεσα σε χαμηλές αμοιβές, γνωριμίες και πολιτικές φιλοδοξίες. Από έναν νέο επιστήμονα του brain drain που γύρισε από το εξωτερικό και ψάχνει μια επιχειρηματική ευκαιρία για να δικαιώσει την επιστροφή του. Από έναν μόνιμο κάτοικο της Αθήνας που κινείται διαρκώς ανάμεσα σε startups, μεταπωλήσεις διαμερισμάτων, Airbnb και κάποιο πιθανό ΕΣΠΑ, μήπως και πιάσει επιτέλους «την καλή». Και από έναν εργαζόμενο σε τηλεφωνικό κέντρο ή σε άλλες μη σταθερές δουλειές, εκπρόσωπο αυτού που συχνά ονομάζεται «πρεκαριάτο», ο οποίος ίσως – ακριβώς λόγω της θέσης του – μπορεί να αντιληφθεί καθαρότερα τη μεγάλη εικόνα των αδιεξόδων.

Η διαφορά είναι ότι, ενώ οι ήρωες του Μαραγκού κινούνταν ακόμη μέσα σε μια κοινωνία προσδοκίας, οι σημερινοί θα κινούνταν σε μια κοινωνία άμυνας: λιγότερο βέβαιοι ότι μπορούν να ανέβουν, περισσότερο φοβισμένοι ότι μπορεί να πέσουν ακόμα χαμηλότερα. Με φόντο μια Αθήνα περισσότερο εξευγενισμένη, αλλά και περισσότερο κουρασμένη από το μακρινό 1984.

Σημείωση: Τα καρέ της ταινίας παρατίθενται στο πλαίσιο κριτικής παρουσίασης του έργου και για την τεκμηρίωση των σημείων που αναλύονται στο άρθρο. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στους νόμιμους δικαιούχους.

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Tagged with: