Πράσινη θάλασσα- η ιστορία μιας αμνησιακής μαγείρισσας

Το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη και διηγείται μια ιστορία για την μνήμη και την γεύση.

H Άννα υποφέρει από αμνησία, όμως θυμάται πώς να μαγειρεύει. Βρίσκει δουλειά και φιλοξενία σε μια λαϊκή παραθαλάσσια ταβέρνα που ανήκει στον μοναχικό Ρούλα. Στην κουζίνα, ανάμεσα στις μυρωδιες των μπαχαρικών και σε παλιές ξεχασμένες συνταγές, αγωνίζεται να ξαναθυμηθεί το παρελθόν της. Τα απλά αλλά πεντανόστιμα φαγητά της ξυπνάνε αναμνήσεις στους θαμώνες και δημιουργούν δεσμούς ανάμεσα σε αυτούς και στην Άννα. ΄Ομως τα πράγματα παίρνουν απρόσμενη τροπή όταν ο Ρούλα ανακαλύπτει την πραγματική ταυτότητα της Άννας.

Η ταινία αρχικά παρουσιάστηκε στο περσινό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, χωρίς να έχει λάβει την προσοχή που της αξίζει επειδή επισκιάστηκε από ταινίες όπως το Digger και το Πρόστιμο. Παρ’ όλα αυτά, στην κινηματογραφική Πέμπτη που ανοίγεται, η Πράσινη Θάλασσα της Αγγελικής Αντωνίου ενδείκνυται για μια χαλαρή προβολή σε ένα σινεμά του κέντρου. Χωρίς ακριβώς να έχει τόση σημασία η πιστότητα της μεταφοράς του βιβλίου, η ταινία βλέπεται περισσότερο για το δίδυμο ερμηνειών της Αγγελικής Παπούλια (Κυνόδοντας) και του Γιάννη Τσορτέκη (Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς), που «κουβαλούν» ερμηνευτικά το σύνολο της πλοκής.

Η νωχελική ατμόσφαιρα μιας ταβέρνας στην μέση του πουθενά, οι επαρχιώτικες αντιλήψεις, η εναλλαγή κωμικών και δραματικών καταστάσεων δημιουργούν μια γνώριμη και ζεστή εικόνα για τον θεατή, χωρίς σεναριακά ή δραματουργικά να δημιουργούνται ακραίες εκπλήξεις. Όπως δήλωσε και η συγγραφέας του βιβλίου Ευγενία Φακίνου: «Ο ασκημένος αναγνώστης- θεατής δε θα υποκύψει στον πειρασμό να συγκρίνει το βιβλίο με την ταινία (άλλα τα εργαλεία του συγγραφέα και διαφορετικά του σκηνοθέτη), θα απολαύσει μια άρτια ταινία με εξαιρετική φωτογραφία. Η Αγγελική Αντωνίου με λιτότητα και προσπάθεια αποδίδει τα κυρίαρχα συναισθήματα των ηρώων και ήταν τυχερή αλλά και ευφυής που επέλεξε τόσους καλούς ηθοποιούς. Το τέλος της ταινίας παραμένει ανοιχτό κι αυτό το εκτιμώ πολύ, επειδή και στο βιβλίο υπάρχει η ίδια αντίληψη, αν και η Αγγελική Αντωνίου δημιούργησε ένα δικό της τέλος.»

Είναι πραγματικά μεγάλο το στοίχημα του να πετύχει σεναριακά αυτή η απόδοση της ιστορίας. Η σκηνοθέτης δήλωσε ότι: «Ενθουσιάστηκα με την ιδέα ότι η πρωταγωνίστρια παρόλο που έχει ξεχάσει τα πάντα, θυμάται να μαγειρεύει. Σκέφτηκα πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο….με γοήτευσε αυτό το παράδοξο, ένας άνθρωπος με έλλειψη μνήμης να παράγει αναμνήσεις. Αυτή η αντίθεση της αμνησιακής μαγείρισσας που θυμάται τις συνταγές και που τα φαγητά της δημιουργούν μνήμες , ανατρέπουν καταστάσεις και επιδρούν καταλυτικά στις ανθρώπινες σχέσεις, ήταν μια φωτεινή ιστορία που ήθελα οπωσδήποτε να διηγηθώ.»

Σε ένα δεύτερο επίπεδο λοιπόν εξερευνάται η αποτύπωση του βιώματος στο υποσυνείδητο και ασυνείδητο του νου. Η ανάκληση πληροφοριών μέσω της γεύσης και της οσμής που βιώνει η πρωταγωνίστρια, δίνουν ελπίδα και νοήμα στο κενό και θωλό παρόν που ζει, όντας πεπεισμένη ότι ειναι μαγείρισσα σε ταβέρνα. Αυτό είναι το κυρίαρχο ερμηνευτικό ατού που εκμεταλλεύεται πλήρως η Αγγελική Παππούλια, προκειμένου να αποδώσει πλήρως τον χαρακτήρα της Άννας.

Όμως μερικές φορές η συνύπαρξη με το ανοικείο είναι πιο ασφαλής από την ενδεχόμενη επιστροφή στο οικείο. Αυτό τελικά μπορεί να πραγματεύεται ο -όχι και τόσο καθορισμένος- επίλογος της ταινίας.