Κίτρινα Γιλέκα, μεγάλες απεργίες για το συνταξιοδοτικό και το μισθολογικό, μαζικές κινητοποιήσεις για το κλίμα, αλλά και πολιτική αστάθεια με αυταρχικές πρακτικές από τον Μακρόν. Η Γαλλία, χρόνια τώρα αποτελεί, αν όχι το επίκεντρο, μία από τις σημαντικότερες εστίες κοινωνικού αναβρασμού στην Ευρώπη, μία χώρα όπου η οργή ξεχειλίζει.
Η κυβερνητική πολιτική στην εκπαίδευση οδήγησε στα τέλη Σεπτεμβρίου σε πανεθνικές μαθητικές κινητοποιήσεις που γρήγορα απέκτησαν ευρύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά και οδήγησαν γρήγορα σε απεργιακές κινητοποιήσεις των συνδικάτων, καθώς και σε αναβίωση του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων.
Σύντομα, η συσσωρευμένη οργή, κυρίως μεταξύ της νεολαίας, οδήγησε σε βίαια επεισόδια στον δρόμο, κατάσταση που οξύνθηκε ακόμα περισσότερο από την καταστολή που εφάρμοσε η αστυνομία σε βάρος των διαδηλωτών.
Οι εικόνες με το δημαρχείο της Μασσαλίας να φλέγεται, μαζί με το γραφείο τουρισμού της Λυόν, καταστήματα της Louis Vuitton και άλλων γνωστών αλυσίδων ακριβής ένδυσης να λεηλατούνται, έκαναν τον γύρο του παγκόσμιου Διαδικτύου.
«Δεν θα γίνουμε Γαλλία» (;)
Ο νέος γύρος κινητοποιήσεων στη Γαλλία έρχεται σε μία περίοδο αναβρασμού για την Ευρώπη, με διαδηλώσεις στην Ισπανία για το στεγαστικό και την υπόθεση της Μαρικάρμεν, φοιτητική έκρηξη στην Αλβανία, την ώρα που σε μία σειρά από χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» ο αναβρασμός είναι έκδηλος.
Ακόμα και στην Ελλάδα, όπου η δυσαρέσκεια για σειρά ζητημάτων είναι κάτι παραπάνω από έκδηλη, οι πανεκπαιδευτικές κινητοποιήσεις της 21ης Οκτωβρίου προκάλεσαν ανησυχία στην κυβέρνηση, η οποία έσπευσε να δηλώσει ότι «δεν θα γίνουμε Γαλλία» και να κατεβάσει στους δρόμους της Αθήνας και άλλων μεγάλων πόλεων χιλιάδες αστυνομικούς.
Με αφορμή τις κινητοποιήσεις, δύο Γάλλοι, ο Λεό που ζει και εργάζεται στη Λυόν και ο Σιμόν που ζει στη Μασσαλία, εξηγούν τους λόγους για τους οποίους κατεβαίνουν στον δρόμο και παραθέτουν τη δική τους ματιά για τις ευρύτερες πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις.

Οργή και βία στη Γαλλία αλλά από ποιόν;
Από πού προέρχεται όμως όλη αυτή η οργή και η βία στη Γαλλία; Και οι δύο νέοι συνδέουν το γεγονός με τις πολιτικές που ακολουθεί ο Μακρόν και οι κυβερνήσεις που διορίζει τα τελευταία χρόνια.
Για τον Λεό, ο κύκλος βίας ξεκινάει από την ίδια τη «βία των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων και του συστήματος που αυξάνει τις ανισότητες, εστιάζοντας αποκλειστικά στα κέρδη, γεγονός που καθιστά τη ζωή όλο και πιο δύσκολη για την κατώτερη και τη μεσαία τάξη, με αύξηση του κόστους διαβίωσης, μείωση των κεκτημένων κοινωνικών δικαιωμάτων και αβέβαιο έως τρομακτικό μέλλον σε όλους τους τομείς».
Κατά τον ίδιο, «οι κυβερνήσεις δεν ακούνε τα αιτήματα των διαδηλωτών και τους περιφρονούν», ενώ η αστυνομία καταφεύγει στη βία, «σε μία χώρα όπου είναι αδύνατο να διαδηλώσει κανείς χωρίς να δεχτεί επίθεση».
Από την πλευρά του, ο Σιμόν εντοπίζει δύο αιτίες που οδηγούν στην κοινωνική οργή: «Το κόστος ζωής που συνεχίζει να αυξάνεται και την πολιτική του Μακρόν, η οποία πάντα θεωρούνταν προσανατολισμένη προς τις πλουσιότερες τάξεις».
Ο ίδιος κάνει λόγο για διαδοχικές παραβιάσεις των δημοκρατικών δικαιωμάτων τα τελευταία χρόνια, καθώς και για εφαρμογή αυταρχικής πολιτικής από τον Μακρόν που εκφράστηκε σε πλήθος γεγονότων:
Από τις διαδηλώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» το 2018, «όταν πολλοί άνθρωποι τραυματίστηκαν σοβαρά» και τις ογκώδεις διαμαρτυρίες για το κλίμα το 2019, όπου συμμετείχαν κυρίως νέοι, μέχρι τις μαζικές διαμαρτυρίες το 2023 ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων και την άρνηση του Γάλλου προέδρου να ορίσει πρωθυπουργό από την παράταξη της Αριστεράς, το 2024, παρόλο που κέρδισε τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών στη Βουλή.
Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Σιμόν, «δεν θυμάμαι κανένα άλλο κίνημα με τέτοιο επίπεδο βίας», ενώ «το γεγονός ότι συμβαίνει σε πολλές πόλεις, ενώ ταυτόχρονα το κίνημα βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του βήματα είναι εντελώς νέο».
Γιατί οι Γάλλοι κατεβαίνουν στους δρόμους
Ο Λεό συμμετείχε στη μεγάλη διαδήλωση της 17ης Οκτωβρίου στη Λυόν, ως «ένδειξη αλληλεγγύης στους διαδηλωτές, καθώς και σε όσους υποφέρουν», ενώ υπήρξε θύμα αστυνομικής βίας.
«Ήμουν κουρασμένος και θυμωμένος με την κυβέρνηση και τα ΜΜΕ που δυσφημούν και περιφρονούν τις κινητοποιήσεις, οπότε ήθελα να δείξω ότι ήμασταν πολλοί εναντίον της κυβέρνησης και υπέρ της αντιπολίτευσης και ότι πρέπει να μας σέβονται και να μας ακούν», λέει χαρακτηριστικά.
Είχαν ήδη προηγηθεί τρεις εβδομάδες κινητοποιήσεων στα Λύκεια της χώρας πριν τη 17η Οκτωβρίου, όπου υπήρξε «συγχώνευση πολλών κινημάτων», «χωρίς να δοθεί καμία πολιτική απάντηση, παρά μόνο καταστολή».
«Ήταν πολύ δύσκολο να διαδηλώσουμε, καθώς η αστυνομία είχε αποκλείσει πολλούς δρόμους και χρησιμοποίησε άφθονο δακρυγόνο. Όταν ακολουθούσα μια ειρηνική πομπή με μπάντα πνευστών, η αστυνομία μας έριξε καπνογόνα χωρίς λόγο, ενώ δεν υπήρξε σύγκρουση, φωτιά ή άλλη απειλή και στη συνέχεια μας επιτέθηκε.
Καθώς απομακρυνόμουν, δύο αστυνομικοί με χτύπησαν με γκλομπ. Ήμουν σοκαρισμένος και θυμωμένος και το χέρι μου αιμορραγούσε και πονούσε για μερικές ημέρες», αφηγείται ο Λεό.
Κατά τον ίδιο, «οι διαδηλωτές είναι σοκαρισμένοι από το γεγονός ότι η αστυνομία μας εμπόδισε να διαδηλώσουμε, συχνά χρησιμοποιώντας βία. Και άλλοι άνθρωποι, ακούγοντας τα κυρίαρχα ΜΜΕ, είναι σοκαρισμένοι από τις εικόνες των συγκρούσεων και των πυρκαγιών». «Αυτό μπορεί να έχει αντίκτυπο στις επόμενες εκλογές», τονίζει.
Ο Σιμόν κατέβηκε στους δρόμους για όλους τους λόγους που απαρίθμησε, οι οποίοι δημιουργούν ένα ασφυκτικό αντιδημοκρατικό πλαίσιο. Όπως τονίζει, «προσπαθώ να μένω μακριά από βίαια επεισόδια, οπότε δεν ήρθα σε άμεση επαφή με την αστυνομική καταστολή», επιλέγοντας να πάει «σε σημεία των διαδηλώσεων όπου η ατμόσφαιρα είναι “χαλαρή”».

Σημειώνει πάντως ότι «ο κόσμος είναι σοκαρισμένος από τη βία» που εκδηλώνουν μερίδες διαδηλωτών, μία «αντίδραση κυρίως ηθική και όχι πολιτική». «Ο κόσμος κατηγορεί όσους διαπράττουν βία, εντάξει, αλλά πότε θα αρχίσουν τα ΜΜΕ να κατηγορούν την κυβέρνηση;», διερωτάται και συνεχίζει:
«Οι φοιτητές διαμαρτύρονται εδώ και εβδομάδες, δεν υπήρξε όμως καμία πολιτική αντίδραση, παρά μόνο αστυνομική καταστολή, σε πολλές περιπτώσεις κυριολεκτικά εναντίον παιδιών. Τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί εκτός από κλιμάκωση της βίας;».
«Η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της πολιτικής της»
Ο τρόπος προβολής των επεισοδίων από τα ΜΜΕ οδηγεί σε μεγάλο βαθμό στο να παραμερίζονται έως και να αποσιωπώνται οι λόγοι για τους οποίους μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι κατεβαίνουν στους δρόμους της Γαλλίας.
«Τα κυρίαρχα ΜΜΕ προτιμούν εικόνες βίας και πυρκαγιών, επειδή θέλουν να προσελκύσουν μεγαλύτερο κοινό, ενώ πολλά μέσα ανήκουν σε άτομα της δεξιάς ή της ακροδεξιάς», τονίζει ο Λεό, ο οποίος χαρακτηρίζει την κυβέρνηση «υπερβολικά πεισματάρα» που «δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τα λάθη της, δεν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της πολιτικής της στη ζωή των ανθρώπων και δεν θέλει να ακούσει τα αιτήματα των διαδηλωτών, ρίχνοντας το φταίξιμο στην αντιπολίτευση».
Αλλά και ο Σιμόν θεωρεί ότι ο τρόπος προβολής της βίας «είναι η κλασική αντίδραση της άρχουσας τάξης και των ΜΜΕ στις διαδηλώσεις». «Προσποιούνται ότι ενδιαφέρονται για τις “πραγματικές” διαδηλώσεις, αλλά όταν γίνονται ειρηνικές δεν δίνουν σημασία», λέει χαρακτηριστικά, συνεχίζοντας: «Όταν η κατάσταση γίνεται βίαιη, πανικοβάλλονται και προσπαθούν να διαχωρίσουν τους “καλούς” διαδηλωτές από τους “κακούς”».
Μετανάστες και ακροδεξιά
Στη Γαλλία, αλλά κυρίως διεθνώς, έχουν κάνει την εμφάνισή τους οι γνωστές θεωρίες που ρίχνουν την ευθύνη για τα επεισόδια στις διαδηλώσεις στους μετανάστες, θεωρίες που «φούντωσαν» και από τις σχετικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Τόσο ο Λεό όσο και ο Σιμόν απορρίπτουν κατηγορηματικά κάτι τέτοιο, θεωρώντας ότι αποτελεί αφήγημα «που προωθεί η ακροδεξιά».
Θεωρούν όμως ότι το κόμμα της Λεπέν και άλλες ακροδεξιές δυνάμεις επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τις διαδηλώσεις για δικό τους πολιτικό όφελος, με τον Σιμόν να υπογραμμίζει ότι «ενώνουν τις δυνάμεις τους με το κέντρο και τη δεξιά για να κατηγορήσουν την αριστερά, ειδικά το κόμμα του Μελανσόν (LFI)» και τον Λεό να εκφράζει τον φόβο του ότι κάτι τέτοιο ήδη γίνεται με τη βοήθεια των ΜΜΕ και της κυβέρνησης.
Μάλιστα, ο Σιμόν αναφέρεται στη δήλωση του πρώην υπουργού του Μακρόν, Μπρουνό Ρεταγιό, «ο οποίος υποτίθεται ότι είναι ρεπουμπλικανός, αλλά ιδεολογικά βρίσκεται κοντά στην ακροδεξιά και έχει προτείνει την απαγόρευση του LFI στις προεδρικές εκλογές σε έξι μήνες».

Η Γαλλία σήμερα! Αύριο όμως;
Στα μάτια των δύο νέων, η Γαλλία σήμερα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις δημοκρατικές της παραδόσεις, βαδίζοντας συχνά σε «θολά» και «επικίνδυνα» νερά.
Για τον Σιμόν, η κατάσταση «είναι απολύτως κατανοητή, δεδομένων όσων ανέφερα ήδη. Η Γαλλία γυρίζει την πλάτη στη δημοκρατική της ιστορία». «Κάθε χρόνο, η εθνική μας εορτή τιμά τη Δημοκρατία, η οποία υποτίθεται ότι εγγυάται την κυριαρχία του λαού έναντι της αυθαίρετης εξουσίας. Όμως, στον λαό δεν έχει απομείνει πια τίποτα άλλο παρά η βία, ενώ οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ κατηγορούν την αριστερά ή τους μετανάστες. Πόσο δημοκρατικό είναι αυτό;», διερωτάται.
Ο Λεό λέει πως επηρεάστηκε αρνητικά η ψυχολογία του από την αστυνομική καταστολή και την αντίδραση της κυβέρνησης, δηλώνοντας ότι αισθάνεται «απαισιόδοξος, θυμωμένος, λυπημένος, ανήσυχος». «Φοβάμαι μήπως τραυματιστώ σοβαρά στις επόμενες διαδηλώσεις και φοβάμαι τις επόμενες εκλογές», επισημαίνει.
Για τον ίδιο, η περίοδος που διανύει η Γαλλία «είναι θλιβερή και αγχωτική», από τη στιγμή που «η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί σε κανένα αίτημα, συνεχίζει να περιφρονεί και να δυσφημεί τους διαδηλωτές και ρίχνει το φταίξιμο στην αντιπολίτευση, ενώ τα περισσότερα κυρίαρχα ΜΜΕ υιοθετούν την ίδια ρητορική».
«Η μόνη απάντηση είναι όλο και λιγότερη ελευθερία, όπως απαγόρευση κυκλοφορίας και συγκεντρώσεων και όλο και περισσότερη καταστολή», επισημαίνει ο Λεό, αναφερόμενος στην κινητοποίηση του στρατού για τις διαδηλώσεις.
«Θέλω να πάω στη διαδήλωση ειρηνικά, αλλά φοβάμαι ότι θα με χτυπήσουν, θα χάσω χέρι, πόδι ή μάτι ή και κάτι χειρότερο. Νιώθω ότι το δικαίωμα στη διαδήλωση εξαφανίζεται και ότι η ελευθερία δέχεται επίθεση από την κυβέρνηση και όλα αυτά λίγους μήνες πριν από σημαντικές εκλογές, στις οποίες η ακροδεξιά πιθανότατα θα κερδίσει. Η κυβέρνηση τους παρέχει τα εργαλεία για μεγαλύτερο έλεγχο του πληθυσμού», σημειώνει και καταλήγει:
«Φοβάμαι ότι η Γαλλία που μου αρέσει, η Γαλλία για την οποία είμαι περήφανος, η χώρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η χώρα της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφοσύνης, πεθαίνει».
Πηγή: Reader.gr
Κεντρική φωτογραφία: Wikimedia Commons
