Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας- το δράμα της έμφυλης καταπίεσης

Ο Έντουαρ Λουί επιστρέφει με μια βιωματική ιστορία από τις εκδόσεις αντίποδες: αυτή της μητέρας του.

Το ζήτημα των πολλαπλών καταπιέσεων είναι γενικά κορμός των ιστοριών του Έντουαρ Λουί. Με κυρίαρχο φόντο τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, τις στερήσεις, τα προβλήματα της γαλλικής επαρχίας και την αποδοχή της σεξουαλικότητάς του, τα φώτα τώρα στρέφονται από τον ίδιο τον συγγραφέα στο αγαπημένο πρόσωπο της μητέρας του. Φύλο και τάξη γίνονται συνεκτικά στοιχεία μιας ιστορίας για την δύναμη της θέλησης και την γυναικεία χειραφέτηση.

Η μητέρα του Έντυ Μπελγκέλ (το ψευδώνυμο του συγγραφέα), Μονίκ, περνά την ζωή της ανάμεσα στην απλήρωτη οικιακή εργασία και την ιδιοκτησία του σώματός της από δυο συζύγους με τα ίδια αυτοκαταστροφικά μοτίβα. Με μια μόνιμη υποταγή στις παράλογες θελήσεις των αντρών του σπιτού, χωρίς προσωπική ζωή και χαρακτήρα πέρα από αυτόν της στωικής μητέρας, η ζωή της μοιάζει με ένα τοξικό βούρκο. Μέσα στις λίγες σελίδες του βιβλίου και με αφορμή μια παλιά της φωτογραφία τότε που ήταν νέα και ανεξάρτητη, ο γιος της περιγράφει την σταδιακή κοινωνική και ψυχολογική επάνοδό της εκεί, «πάνω που το τέλος έμοιαζε κοντινό».

Ο τρόπος που χειρίζεται την αφήγηση του προσωπικού της γολγοθά περνά από διάφορα στάδια, ανάλογα και τα συναισθήματα του ίδιου, ωστόσο κοινή συνισταμένη είναι η αγάπη. Άλλοτε την αντιμετώπιζε άσχημα επειδή του θύμιζε την δική του δυστυχία και συμβόλιζε τον συμβιβασμό με την ασφυξία της επαρχίας, τώρα που είναι πια πιο αποστασιωποιημένος και ξέφυγε, δείχνει μέχρι και θαυμασμό για την αλλαγή στην ζωή της. Όταν πια και οι δυο τους για διαφορετικούς λόγους επέλεξαν να σπάσουν τα δεσμά και να απελευθερωθούν από την τοξική αρρενοπώτητα, μοιάζουν να συμφιλιώνονται πάνω στην κοινή τους, νεοανακαλυφθείσα, ελευθερία. Στην νεοελληνική λογοτεχνία, ίσως ο Κώστας Ταχτσής να περιγράφει την διαδικασία με παρόμοιο αυτοβιογραφικό τρόπο, όπου η μητέρα του απαρνιέται όψεις της γυναικείας υποκειμενικότητας (μητρότητα) προκειμένου να κερδίσει λίγα μόρια ελευθερίας. Η σκληρή συμπεριφορά της είναι κοινή και στον τρόπο με τον οποίο και στο σινεμά ο Πέδρο Αλμοδόβαρ ανατρέχει στα παιδικά του χρόνια με το πρόσφατο «Πόνος και Δόξα». Γενικώς ο αναστοχασμός της παιδικής ηλικίας και της μητρικής φιγούρας από ομοφυλόφιλους άντρες φαίνεται να είναι σημαντικό θέμα και μοτίβο σε διάφορες μορφές τέχνης, καθώς συμπέφτει με την ηλικία συνειδητοποίησης της σεξουαλικής τους ταυτότητας.

Η αφήγηση του Έντουαρ Λουί απεκδύεται οποιουδήποτε εξωραϊστικού στοιχείου σχετικά με την περιγραφή της οικογενειακής ζωής και έτσι αφήνει ελεύθερα και με ορμή να ρέουν τα συναισθήματα, τόσο τα δικά του όσο και των δρώντων προσώπων, ερμηνευμένα βέβαια μέσα από την δική του αντίληψη. Σίγουρα ο αναγνώστης σε διάφορα σημεία νιώθει το ψυχολογικό βάρος και την πίεση της ανέχειας αλλά και της τοξικής αρρενοπώτητας, ιδωμένα πάλι μέσα από τα μάτια ενός παιδιού της εργατικής τάξης, που αποζητά την δική του θέση κάτω από τον ήλιο. Σύμφωνα με συνέντευξή του στην Καθημερινή: «Για κάποιους περίπλοκους λόγους, στα όρια του θαύματος, κατάφερα να ξεφύγω από αυτό το περιβάλλον. Ήμουν ο πρώτος από την οικογένειά μου και από το ευρύτερο κοινωνικό μας περιβάλλον που ακολούθησα πανεπιστημιακές σπουδές. Όταν έφτασα στο Παρίσι για να σπουδάσω Φιλοσοφία, διαπίστωσα ότι όλη αυτή η δυστυχία, η φτώχεια, η κοινωνική βία που είχα ζήσει ως παιδί και ως έφηβος ήταν αόρατες στη γαλλική πρωτεύουσα. Άνθρωποι όπως η μητέρα μου και ο πατέρας μου ήταν ανύπαρκτοι, δεν υπήρχαν στο πεδίο και στις συζητήσεις εκείνων με τους οποίους άρχισα να συναναστρέφομαι στην École Normale».

Αυτή η διαπίστωση ήταν ένας από τους λόγους που τον έστρεψαν με ορμή στη συγγραφή και στη λογοτεχνία. «Άρχισα να γράφω για να εκφράσω τον θυμό μου. Η γραφή ήταν για μένα μια πράξη εκδίκησης· ήθελα να επιτεθώ στην κυρίαρχη λογοτεχνία, που αγνοεί τους αποκλεισμένους».

Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας

του Εντουάρ Λουί

Μετάφραση: Στέλα Ζουμπουλάκη

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ