Με φόντο την απεργία του σωματείου των Αμερικανών ηθοποιών και σεναριογράφων, οι δυο ταινίες βρέθηκαν καταγράφουν συνολικά έσοδα 2 δισ. δολαρίων. Τι σημαίνει αυτό για το σύγχρονο σινεμά.
Μετά την απεργία των σεναριογράφων από τις αρχές Μαΐου να συναντά το σωματείο ηθοποιών τον Ιούλιο, βρισκόμαστε σήμερα σε μια άνευ προηγουμένου κατάσταση όσον αφορά την βιομηχανία του Hollywood. Με τα αιτήματα να είναι κοινά και να αποτελούν δικαιότερες αμοιβές και καλύτερες εργασιακές συνθήκες, υπολογίζεται ότι μέχρι τώρα αυτή η κίνηση «ανυπακοής» στα studio έχει κοστίσει γύρω στα 500 εκατομμύρια μόνο για την Warner Bros, φτάνοντας τελικά στα 11 δισεκατομμύρια δολάρια έσοδα για φέτος. Γι΄αυτό το διάστημα λοιπόν έχουν σταματήσει οι παραγωγές, τα συμπληρωματικά γυρίσματα/σπικάζ ακόμα και η προώθηση ταινιών με την μορφή της συμμετοχής σε φεστιβάλ και των συνεντεύξεων.

Σε αυτό το πλαίσιο και με προαποφασισμένη κοινή μέρα εξόδου στις αίθουσες του εξωτερικού (θλιβερή εξαίρεση η ελληνική διανομή), η live-action ταινία της Barbie και η επική μεταφορά της ζωής του Oppenheimer βρέθηκαν μαζί να ξεπερνούν τα έσοδα των 2 δισεκατομμυρίων μέχρι τώρα. Με τον κόσμο να συρρέει στην μεγάλη οθόνη, παρά το σύνθετο μωσαϊκό των συνδρομητικών καναλιών και του Netflix, φαίνεται ότι το σινεμά με τις πολλαπλές του εκφάνσεις ως τέχνη, ως φόρμα, και ως εμπειρία θέασης, συνεχίζει να συγκινεί.
Η Barbie σε σκηνοθεσία της Greta Gerwig αποτέλεσε μια σημαντική επιχειρηματική κίνηση της Mattel για να επαναλανσάρει το προϊόν της. Σε μια εποχή που κυριαρχεί στα media η τάση για αποδοχή της διαφορετικότητας, η εικόνα της «τέλειας», ξανθιάς κούκλας με εξωπραγματικές αναλογίες σώματος θα έμοιαζε κάπως παρωχημένη. Επομένως ήταν τελείως δικαιολογημένη η επιλογή μιας σκηνοθέτριας γνωστής για τις ταινίες με έντονο το στοιχείο της γυναικείας ενδυνάμωσης (Ladybird) και ικανής να επανανοηματοδοτήσει παλαιότερα έργα με «φεμινιστική» χροιά (Little Girls). Η Barbie ως κινηματογραφικό αποτέλεσμα μπορεί να καταφεύγει σε εύκολους διδακτισμούς για την γυναικεία χειραφέτηση, αλλά δεν παύει να απευθύνεται από ενήλικες μέχρι παιδιά και με κάποιο αξιοθαύμαστο τρόπο καταλήγει να τους ικανοποιεί (εν μέρει) όλους.

Η σκηνοθεσία αντλεί κάποια meta στοιχεία, επομένως δημιουργώντας μια αποδομημένη εικόνα της «τέλειας» κούκλας καταφέρνει να την φέρει στα μέτρα του σήμερα, με έντονο του στοιχείο ενός διάχυτου αντικαπιταλισμού. Οι ειρωνικές κριτικές στο εταιρικό σύστημα και στην σύγχρονη κοινωνία εκμετάλλευσης και ανισοτήτων, δεν εμπόδισε την Mattel να αυξήσει κατακόρυφα τις πωλήσεις της, το ίδιο και η εταιρεία σανδαλιών και αυτοκινήτων που επέλεξαν να διαφημιστούν με ξεκάθαρο και ειρωνικό τρόπο στο ενδιάμεσο της ταινίας. Η έξυπνη τοποθέτηση προϊόντος, τα λογύδρια αστικού φεμινισμού και η αφελής πρόταση μιας μητριαρχικής ουτοπίας ως την Barbieland, δεν είναι απλά ένα ευφυές τρικ διαφήμισης ενός συστήματος που δεν κρύβει πια την «ασχήμια» του και προσπαθεί να ενσωματώσει οτιδήποτε προοδευτικό προς όφελός του. Αυτό δεν σημαίνει ούτε στο ελάχιστο ότι δεν δίνεται χώρος στο να χαρακτηριστούν ήδη cult οι ερμηνείες της Margot Robbie και του Ryan Gosling, που με την ανεπιτίδευτη αφέλειά τους δίνουν πνοή στους ρόλους των Barbie και Ken αντίστοιχα.
Oppenheimer
Το Oppenheimer του Christopher Nolan ξεφεύγει από το ροζ, πλαστικό και ποπ σύμπαν της Barbie και προσγειώνεται στην μεγάλη οθόνη, ακτινοβολώντας ακατάπαυστα επί τρεις ώρες. Με σωστή χρήση του μοντάζ και της κινηματογραφικής μουσικής, καταφέρνει στο δεύτερο μισό της ταινίας να αποδώσει πλήρως το υπαρξιακό τέλμα του επιστημονικού υπεύθυνου του Σχέδιο Μανχάταν για την παραγωγή της ατομικής βόμβας, J. Robert Oppenheimer. Χωρίς να ηθικολογεί ιδιαίτερα και με μια γενικότερη ουμανιστική θέση, παρουσιάζει μια προσωπικότητα που σημάδεψε την ανθρωπότητα και έβαλε τέλος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δίνοντας βέβαια θέση στον Ψυχρό Πόλεμο.
Σε μια πυκνή πολιτική περίοδο, παρουσιάζεται η ερευνητική προσπάθεια μιας ομάδας επιστημόνων στην τοποθεσία Los Alamos προκειμένου να βρουν το όπλο, με το οποίο οι σύμμαχοι θα νικήσουν αρχικά τους Ναζί. Καθώς όμως φτάνουν στην τελική δοκιμή της βόμβας, οι σκοποί των στρατιωτικών και πολιτικών υπευθύνων στρέφονται στην υπεροχή απέναντι στους Σοβιετικούς και καταλήγουν στην ολοσχερώς καταστροφή των πόλεων Hiroshima και Nagasaki. Η πορεία των πολιτικών χειρισμών, η αντικομμουνιστική παράνοια και η σύγκρουση ναρκισιστικών προσωπικοτήτων δημιουργούν ένα δραματουργικό πλέγμα πάνω στο οποίο χτίζει δυναμικά την ιστορία του ο Nolan. Η φρίκη της πιθανότητας ενός νέου πολέμου και ο φόβος αφανισμού της ανθρωπότητας από πυρηνικά όπλα κατακλύζει την οθόνη και προσπαθεί να επικοινωνήσει ένα γενικότερο ανθρωπιστικό μήνυμα στον θεατή, που μπορεί να κρύβεται στο μειδίαμα του Albert Einstein ή στα διαπεραστικά γαλανά μάτια του Oppenheimer.

Χωρίς να δημιουργείται εδώ ακριβώς ένα προϊόν, αλλά με την διάθεση του Nolan η ταινία να αποτελέσει ορόσημο στο blockbuster cinema, εισάγεται ένα πολιτικό σχόλιο με αρκετά θετικό πρόσημο. Μέσα από την πάντα ευπρόσδεκτη διάθεση του θεατή να παρακολουθήσει και να ταυτιστεί με μια τραυματισμένη διάνοια σε φρενίτιδα, δεν αποσιωπάται η πολιτική δράση του Oppenheimer ούτε και οι σχέσεις του (πάντα ειρωνικά έμμεσες) με το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. Γίνεται ευθεία αναφορά στην προσπάθεια να δημιουργηθεί σωματείο φοιτητών και εργαζομένων (κυρίως καθηγητών) στο πανεπιστήμιο, το οποίο υποστηρίζεται από τον ίδιο, ενώ στο τέλος ακολουθεί ένα καθηλωτικό κομμάτι «αποκαθήλωσης» και τιμωρίας του Oppenheimer από τις Μυστικές Υπηρεσίες ως κατάσκοπο και συνεργάτη των Σοβιετικών. Βέβαια αυτό το βαρύγδουπο και αγωνιώδες πορτραίτο του ανθρώπου που έγινε «ο Θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων» δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την εμβληματική παρουσία του Cillian Murphy στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο μύθος του «Αμερικάνου Προμηθέα» που προσπαθεί να χτίσει ο Nolan, εξυπηρετείται πλήρως ερμηνευτικά και η μορφή του μαγνητίζει το κάδρο σε όλη την διάρκεια της ταινίας.

Γνωρίζοντας και οι δυο ταινίες την επιδραστική τους ισχύ στις κατάμεστες αίθουσες στις οποίες προβάλλονται, αποτελούν σημαντικά παραδείγματα για το πώς το πολιτικό εκφράζεται στο χαοτικό πεδίο της ψυχαγωγίας αλλά και της κινηματογραφικής βιομηχανίας πιο συγκεκριμένα. Είναι ίσως κοινός τόπος ότι και οι δυο ταινίες αν και από διαφορετική αφετηρία, σε σημεία αρέσκονται σε μια απέραντη ηθικολογία, καταλήγοντας σε εύκολα μανιχαϊστικά σχήματα και φαινομενικά εύκολα συμπεράσματα. Αυτό δεν μειώνει ούτε στο ελάχιστο την συμβολή τους στο εμπορικό σινεμά, πόσο μάλλον την επίδρασή τους στην μαζική κουλτούρα και το ίντερνετ.
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK
ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ INSTAGRAM
