Ολοένα και βαρύτερος καθίσταται ο λογαριασμός για την ελληνική οικονομία από την κλιματική κρίση. Δεν πρόκειται μόνο για το υψηλό κόστος αποκατάστασης των ζημιών από τις ολοένα συχνότερες φυσικές καταστροφές, αλλά και για τις σοβαρές επιπτώσεις που ήδη υφίστανται κρίσιμοι τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές και η γεωργία.
Τα πλήγματα μάλιστα από την κλιματική κρίση θα ενταθούν στο μέλλον: Σύμφωνα με σχετική έρευνα του 2011 από την Επιτροπή Μελέτης Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) της Τράπεζας της Ελλάδος, ως το 2100 οι εισπράξεις από τον τουρισμό μπορεί να μειωθούν ακόμα και κατά 13%, ποσοστό που μεταφράζεται σε απώλειες 430 εκατ. ευρώ ετησίως.
Κατά το ίδιο ορόσημο, το κόστος συντήρησης του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου θα είναι υψηλότερο κατά 140 με 375 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ οι δαπάνες αποκατάστασης των ζημιών σε δρόμους και σιδηρόδρομο από τις πλημμύρες μπορεί να αγγίζουν και τα 300 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Δυσθεώρητο θα είναι και το κόστος από τις καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όσο για τη γεωργία, η κλιματική κρίση ενδέχεται να οδηγήσει σε ζημίες ισοδύναμες ακόμα και με το 14,48% του ΑΕΠ.

Κλιματική κρίση: Η εικόνα ανά κλάδο
Τουρισμός
Το 2023, σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), ο τουρισμός συνεισέφερε 28,5 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ. Ωστόσο, δεν ήταν μια ανέφελη χρονιά: Τον Ιούλιο τον γύρο του κόσμου έκαναν οι εικόνες από την εκκένωση ξενοδοχείων στη Ρόδο, όταν οι φλόγες από τη μεγάλη πυρκαγιά που κατέκαψε περίπου 176.500 στρέμματα έφτασαν σε τουριστικές εγκαταστάσεις του νησιού.
Σύμφωνα με έρευνα της διαΝΕΟσις για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ανάπτυξη (2017), πυρκαγιές, καύσωνες, μείωση των αποθεμάτων νερού, αύξηση της στάθμης της θάλασσας και διάβρωση αποτελούν κάποιους από τους κινδύνους που απειλούν το τουριστικό προϊόν.
«Ο τουρισμός θα πληγεί αφενός μέσω αύξησης της ζήτησης για ψύξη, αφετέρου λόγω της υψηλότερης θερμοκρασίας και υγρασίας που αυξάνουν τους δείκτες δυσφορίας» σημειώνει ο Αναστάσιος Ξεπαπαδέας, ομότιμος καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ. «Αυτό σημαίνει ότι είναι πιθανόν σύντομα ο Ιούλιος και ο Αύγουστος να πάψουν να αποτελούν ελκυστικούς μήνες για τους τουρίστες, με τη σεζόν να επεκτείνεται στην άνοιξη και στο φθινόπωρο».
Σημειώνεται ότι, βάσει πορίσματος του πανευρωπαϊκού προγράμματος PESETA, σε περίπτωση που η μέση θερμοκρασία αυξηθεί κατά 2,5 βαθμούς Κελσίου στη Βόρεια Μεσόγειο (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα), οι διανυκτερεύσεις θα μειωθούν κατά 1%, με συνακόλουθη απώλεια εσόδων ύψους 825 εκατ. ευρώ. Αν η αύξηση ξεπεράσει τους 5 βαθμούς Κελσίου, οι απώλειες εσόδων θα αγγίξουν σχεδόν τα 5 δισ. ευρώ ετησίως.
Οι μεταφορές
Η μετατροπή της Ελλάδας σε κόμβο logistics στην ευρύτερη περιοχή αποτελεί διακηρυγμένο στόχο των εμπλεκόμενων φορέων. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή ναρκοθετεί τους φιλόδοξους σχεδιασμούς. Είναι ενδεικτικό ότι τα έργα αποκατάστασης του πολύπαθου σιδηροδρομικού άξονα Αθηνών – Θεσσαλονίκης, μετά τις καταστροφές που υπέστη από την κακοκαιρία «Daniel», αναμένεται να ανέλθουν στα 450 εκατ. ευρώ, με τα έργα να μην ολοκληρώνονται πριν το τέλος του 2025.
Όπως αναφέρει η ΕΜΕΚΑ της ΤτΕ, η κλιματική αλλαγή επηρεάζει πολυτρόπως τις μεταφορές: απαιτεί αποκατάσταση των φθορών από φυσικές καταστροφές και έργα προληπτικής προστασίας, ενώ καθιστά πιο ακριβή τη συντήρηση των υποδομών και πλήττει την αξιοπιστία τους.
Μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για το 2023 εξηγεί ότι «μερικοί ενδεικτικοί κίνδυνοι σχετίζονται με τον βαθμό ανθεκτικότητας του ασφαλτοτάπητα των δρόμων στις αλλαγές θερμοκρασίας και στην αυξημένη βροχόπτωση, με τους αυξημένους όγκους κατολισθήσεων στο σιδηροδρομικό δίκτυο καθώς και με τη διαχείριση των υδάτινων όγκων για αποφυγή πλημμυρών». Αλλά και τα λιμάνια καλούνται να προσαρμοστούν στην αύξηση της στάθμης της θάλασσας και στους κινδύνους πλημμύρας.

Η γεωργία
«Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι ο αγροτικός τομέας διατρέχει τους σημαντικότερους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή» λέει ο Αναστάσιος Ξεπαπαδέας, εξηγώντας πως «οι καλλιέργειες είναι δύσκολο να ανταποκριθούν στις υψηλότερες θερμοκρασίες», ενώ την παραγωγή «επηρεάζουν και ακραία καιρικά φαινόμενα όπως ο “Daniel”».
Είναι ενδεικτικό ότι στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2023 η Eurobank εκτιμούσε την απώλεια παραγωγής στον αγροτικό τομέα και στη βιομηχανία της Θεσσαλίας λόγω των πλημμυρών σε 700 εκατ. ευρώ.
«Η γεωργία της Μεσογείου, και κατ’ επέκταση της Ελλάδας, θα επηρεαστεί από την κλιματική αλλαγή, καθώς η απόδοση των καλλιεργειών είναι συνάρτηση της θερμοκρασίας, της υγρασίας του εδάφους και του αέρα, των βροχοπτώσεων και γενικά των κατακρημνίσεων, των πλημμυρικών και γενικότερα των ακραίων καιρικών φαινομένων» υπογραμμίζουν από την πλευρά τους οι ερευνητές της διαΝΕΟσις.
Η ΕΜΕΚΑ προειδοποιεί ότι «οι αλλαγές στις κλιµατικές συνθήκες που οφείλονται στη συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατµόσφαιρα θα επηρεάσουν σηµαντικά τον ρυθµό ανάπτυξης των καλλιεργειών και τη διαθεσιµότητα του νερού, επιδρώντας αρνητικά στην παραγωγικότητα του γεωργικού τοµέα».

Ο «λογαριασμός»
Συνολικά, ο «λογαριασμός» της κλιματικής αλλαγής για την ελληνική οικονομία είναι ιδιαιτέρως «τσουχτερός». Η ΤτΕ εκτιμά ότι ως το 2100 το ΑΕΠ της χώρας μπορεί να μειωθεί έως και 6% σε ετήσια βάση (σωρευτικό κόστος 710 δισ. ευρώ), αν δεν ληφθούν μέτρα μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή — με την προσαρμογή να μειώνει το κόστος αυτό κατά 123 δισ. ευρώ.
«Βασική στρατηγική στην Ελλάδα για την κλιματική αλλαγή πρέπει να είναι η προσαρμογή» λέει ο κ. Ξεπαπαδέας, προειδοποιώντας ότι ο στόχος της Συνθήκης των Παρισίων για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου «χάνεται μετά βεβαιότητος. Ήδη είμαστε 1,1-1,2 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα».
Γιώργος Μουρμούρης
giorgismour@yahoo.gr
Βασισμένο σε ρεπορτάζ για το ΒΗΜΑ της Κυριακής 19 Μαΐου 2024
