Πριν ξεκινήσω, θα πω ότι δεν είμαι ο μεγαλύτερος φαν του Γιώργου Λάνθιμου. Καμία από τις προηγούμενες ταινίες του δεν νιώθω ότι μου τράβηξε την προσοχή – με την εξαίρεση του «Κυνόδοντα», η οποία ίσως είναι και αυτή που μοιάζει περισσότερο με την τελευταία του ταινία, το «Bugonia».
Η ταινία διατηρεί σε όλη της τη διάρκεια αυτή την περίεργη – και πλέον γνώριμη – απροσδιόριστη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά στον κόσμο. Μια αίσθηση που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό υπάρχει σε κάθε ταινία του Λάνθιμου.
Πρόκειται για remake μιας καλτ κορεατικής ταινίας του 2003 και ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Είναι ταυτόχρονα μαύρη κωμωδία και επιστημονική φαντασία, ενώ πολύ έντονο είναι και το horror στοιχείο (ενδεικτικά, στην παραγωγή συμμετέχει ο Ari Aster, σκηνοθέτης και σεναριογράφος των «Hereditary» και «Midsommar»).
Το στόρι ακολουθεί δύο άνδρες στις ΗΠΑ: τον Τέντι (τον οποίο υποδύεται ο Τζέσι Πλίμονς – γνωστός ως Todd στο «Breaking Bad»), συνωμοσιολόγο που πιστεύει ότι εξωγήινοι από την Ανδρομέδα θέλουν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, και τον αυτιστικό ξάδερφό του, τον Ντον, ο οποίος πιστεύει ό,τι του λέει ο Τέντι και τον ακολουθεί σχεδόν τυφλά. Για αυτόν τον λόγο αποφασίζουν να απαγάγουν τη Μισέλ (Έμμα Στόουν), Διευθύνουσα Σύμβουλο μεγάλης φαρμακευτικής εταιρείας, την οποία θεωρούν εξωγήινη, με σκοπό να πιέσουν τους Ανδρομεδιανούς να εγκαταλείψουν το σχέδιό τους. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εκτυλίσσεται στο υπόγειο του Τέντι, όπου και ανακρίνουν τη Μισέλ.
Η «ακροβασία» που προανέφερα δεν γίνεται μόνο στο επίπεδο της φόρμας, αλλά και στο περιεχόμενο. Από τη μία, έχουμε τη Μισέλ που συμβολικά αποτυπώνει την κυνικότητα του ορθολογισμού του κεφαλαίου. Από την άλλη, την ανορθολογικότητα και τη συνωμοσιολογία στο πρόσωπο του Τέντι. Δεν γίνεται επίσης να προσπεράσουμε πως η τοποθέτηση αυτή έμμεσα παρουσιάζει το αντισυστημικό ως εξίσου προβληματικό, καθώς ο ίδιος ο Τέντι δηλώνει κάποια στιγμή πως έχει περάσει τόσο από την άκρα δεξιά όσο και από την αριστερά.
Το ζουμί της θέσης που παίρνει το «Bugonia» είναι πως και οι δύο πλευρές είναι στην ουσία ίδια προβληματικές: τόσο το κεφάλαιο που καταστρέφει τον πλανήτη, όσο και οι συνωμοσιολογικές φωνές με τον παραλογισμό τους. Έτσι, καταλήγουμε σε μια μάλλον προβλέψιμη τοποθέτηση ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην ίδια την ανθρώπινη φύση. Η μισανθρωπία αυτή του Λάνθιμου αποτυπώνεται πανηγυρικά και στο γκροτέσκο φινάλε της ταινίας.
Κλείνοντας, η ιστορία του «Bugonia» μπορεί να μην λέει κάτι ιδιαίτερα καινούργιο ή βαθύ, όμως η ταινία κυλάει ευχάριστα και κρατά το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Η πλοκή ίσως να μην εντυπωσιάζει, αλλά κινηματογραφικά η ταινία λειτουργεί πολύ καλά και σίγουρα αξίζει να τη δει κανείς.
