Φλώρινα: Σε ένα δίγλωσσο χωριό ένα κρύο μεσημέρι του Γενάρη

florina

Στις αρχές Γενάρη του 2020 βρέθηκα να ταξιδεύω μόνος μου στη Δυτική Μακεδονία. Στην μακρινή εκείνη εποχή που ο σιδηρόδρομος στοιχειωδώς λειτουργούσε, είχα ταξιδέψει με το τρένο από την Αθήνα ως το Πλατύ από όπου και πήρα το τοπικό δρομολόγιο για Φλώρινα.

Το τρένο για Φλώρινα κινείται στην παλιά οθωμανική γραμμή Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου (Μπίτολα). Σήμερα σταματά στην Έδεσσα αφού, στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης, ΟΣΕ και Hellenic Train πετούν ο ένας στον άλλον το μπαλάκι για το πάγωμα των δρομολογίων (εκτελούνται πλέον από λεωφορεία) στις κατά τα άλλα αδρά επιδοτούμενες άγονες γραμμές. Τότε όμως, έχοντας σκαρφαλώσει ως την Έδεσσα, το τρένο συνέχιζε σε μια εκπληκτική διαδρομή δίπλα στη λίμνη Βεγορίτιδα, διέσχιζε το οροπέδιο της Φλώρινας καταλήγοντας στην πρωτεύουσα του νομού.

Ταξιδεύοντας χωρίς συγκεκριμένο στόχο και σκοπό, με την ευελιξία αλλά και τους περιορισμούς των μετακινήσεων με τρένο και ΚΤΕΛ, ένα μεσημέρι αποφάσισα να επισκεφθώ έναν οικισμό στην ευρύτερη περιοχή της Φλώρινας που είναι γνωστός ως ένας εκ των πυρήνων της σλαβοφωνίας στην Ελλάδα. Ας το πούμε συμβατικά Καλλιθέα, μιας και στις συζητήσεις που ακολούθησαν δεν είχα συμμετάσχει με τη δημοσιογραφική μου ιδιότητα – και δεδομένου ότι το πρόσφατο περιστατικό λογοκρισίας στην Banda Entopica από τον δήμαρχο Φλώρινας υπενθυμίζει ότι τα φαντάσματα της μετεμφυλιακής περιόδου εξακολουθούν να ίπτανται πάνω από τις άλλοτε «επιτηρούμενες ζώνες».

Έφτασα λοιπόν στην Καλλιθέα ένα ηλιόλουστο πλην κρύο μεσημέρι μιας καθημερινής του Γενάρη – μια από αυτές τις μέρες που είσαι σίγουρος πως αν έβρεχε θα ήταν πιο ζεστά. Άρχισα να περπατάω προς το κέντρο του οικισμού αναζητώντας κάποιο κατάστημα – ταβέρνα, καφέ, οτιδήποτε. Όμως ήταν παντελώς έρημο.

Κάποια στιγμή είδα ένα γωνιακό καφέ που έμοιαζε ανοιχτό – και ήταν. Μπήκα, χαιρέτισα τα παιδιά στο πάσο και έκατσα μόνος μου δίπλα από μια παρέα τριών ανδρών – ο ιδιοκτήτης και άλλοι δύο. Ρώτησα αν είχαν κάτι για φαγητό – είχαν διάφορους μεζέδες. Τρώγοντας άκουγα τη συζήτηση των τριών στο διπλανό τραπέζι. Θυμάμαι ότι ο ένας ήταν εργαζόμενος στον ΟΤΕ και συνδικαλιστής της ΔΑΚΕ. Έλεγε πως όταν είχε επισκεφθεί την περιοχή ο Μητσοτάκης (άρτι εκλεγείς τότε) τον είχε ρωτήσει γιατί συμμετέχει σε διαμαρτυρίες αν και ΔΑΚίτης. «Στο πορτοφόλι μου κουμάντο κάνω εγώ, ό,τι κι αν ψηφίζω» ήταν – μέσες άκρες – η απάντησή του. Θυμάμαι και μια ιστορία που έλεγαν, για στελέχη της ΔΕΗ που την μακρινή εποχή της ανέγερσης των λιγνιτικών μονάδων στην περιοχή έστελναν γυναίκες στους Σοβιετικούς μηχανικούς για να υποκλέψουν τεχνολογικά μυστικά – σε μια βαλκανική εκδοχή τεχνολογικής κατασκοπίας.

Με κάλεσαν στο τραπέζι τους ή ήρθαν στο δικό μου, δεν θυμάμαι, πάντως σύντομα βρεθήκαμε σε κοινή παρέα με τους διπλανούς μου. Και επειδή ήταν έξυπνοι άνθρωποι, γρήγορα κατάλαβαν ότι δεν βρέθηκα τυχαία ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι καθημερινής στην Καλλιθέα: Ήξεραν ότι είχα περιέργεια να μάθω για τη σλαβοφωνία.

Είπαμε πολλά. Για τον στιγματισμό της περιοχής, για την πολιτιστική της ταυτότητα, για την ιδιαιτερότητα των δίγλωσσων Ελλήνων πολιτών, για τα σλαβομακεδονικά που οι ίδιοι λένε «ντόπια». Για την οικονομική παρακμή του τόπου που γεννά – όποτε γεννά – εντάσεις. Θυμάμαι τον ιδιοκτήτη να μου λέει με παράπονο ότι τον λένε Βούλγαρο όταν πάει στη Θεσσαλονίκη να δει τον ΠΑΟΚ επειδή του αρέσουν τα χάλκινα. Ότι μετά τον Εμφύλιο το σόι του μοιράστηκε, μερικοί από τη μια πλευρά των συνόρων στα Μπίτολα, μισοί από την άλλη. Ότι καταλαβαίνει τη γλώσσα και συνεννοείται άνετα στα Μπίτολα, λίγο πιο δύσκολα στα Σκόπια – από εκεί και μετά η γλώσσα τείνει προς τα σέρβικα. Και ότι οι ίδιοι αναφέρονται στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία ως «μέσα».

«Έπεσες σε καφενείο δεξιών», μου τόνισαν, εξηγώντας ότι ως «δεξιοί» νοούνται οι κάτοικοι της Καλλιθέας που είναι δίγλωσσοι μεν, αλλά με ελληνική εθνική συνείδηση. «Αν πας σε άλλο καφενείο θα ακούσεις άλλα».

Με κέρασαν ό,τι ήπια και ό,τι έφαγα. Και επειδή απέμεναν πολλές ακόμα ώρες μέχρι το επόμενο δρομολόγιο προς τη Φλώρινα, με πήγε ο ιδιοκτήτης στο γειτονικό κεφαλοχώρι να πάρω από εκεί λεωφορείο. Με χαιρέτισε με μια πρόσκληση να πάω ξανά όποτε θέλω, να με φιλοξενήσει και να πάμε μαζί στα Μπίτολα. «Αρκεί να μην έρθεις καρναβάλι, γιατί τότε είμαι όλη μέρα με ένα σουτιέν στους δρόμους».

Δεν πήγα. Δεν υπήρξε δεύτερη συνάντηση με αυτούς τους Έλληνες πολίτες που κράτος και εθνικοί ταγοί καταδικάζουν επί δεκαετίες σε μια μίξη σιωπής, αυτολογοκρισίας και εσωτερικευμένου πολιτισμικού διχασμού. Και που ένας ανασφαλής εθνικισμός (όπως κάθε εθνικισμός) δεν βλέπει πως η καταπίεση απλώς συντηρεί και ενίοτε διευρύνει τα ρήγματα τόσο στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών, όσο και μεταξύ κοινοτήτων και κεντρικού κράτους.

Ο ήλιος πια έδυε όταν το ΚΤΕΛ διέσχιζε τον επαρχιακό με τους παραλλήλως κινούμενους στύλους της ΔΕΗ στον δρόμο για τη Φλώρινα, και βράδυ πια έφτασα στην πόλη που ο Καντιώτης είχε αφορίσει τον Αγγελόπουλο.

Disclaimer: Το κείμενο αποτελεί αφήγηση προσωπικού βιώματος και όχι δημοσιογραφική ή επιστημονική καταγραφή.

Κεντρική φωτογραφία: Ο σιδηροδρομικός σταθμός στη Φλώρινα – φωτογραφία αρχείου, Wikimedia Commons

Γιώργος Μουρμούρης

giorgismour@yahoo.gr

Tagged with: