Βγαίνοντας από τον Παλαμά προς βορρά, στο δρόμο για το χωριό Βλοχός, εκεί που άλλοτε ο περαστικός συναντούσε παντού πράσινα και το κατάλευκα χωράφια από βαμβάκι, πλέον αντικρίζει μια εικόνα απόκοσμη που μόνο θλίψη προκαλεί.
Τα πάντα είναι καλυμμένα από στρώμα λάσπης. Οι καλλιέργειες των αγροτών που περίμεναν πώς και πώς τη συγκομιδή αυτή την εποχή, για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα τον χειμώνα, έχουν καταστραφεί ολοκληρωτικά μετά τις δύο καταστροφικές κακοκαιρίες, Daniel και Elias.

Χιλιάδες στρέμματα σκεπάζονται από ξεραμένο χώμα και άλλα φερτά υλικά. Σε πολλά σημεία ό,τι απέμεινε από τα σπαρτά στέκει πλαγιασμένο προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, προς τα εκεί που κυλούσε ορμητικά το νερό που έπνιξε την κωμόπολη του θεσσαλικού κάμπου και τα γύρω χωριά.
Πάλη με τις λάσπες
Περνάμε την πρώτη γέφυρα πάνω από το κανάλι που συνδέει τον Σοφαδίτη ποταμό με τον Καλέτζη. Σε δύο περίπου χιλιόμετρα, στα αριστερά, βρίσκεται η είσοδος του χωριού Βλοχός, οι κάτοικοι του οποίου ακόμη παλεύουν με τις λάσπες, τα σκουπίδια και το μέλλον τους.

Ο δρόμος βρίσκεται πάνω στο φράγμα του ποταμού Ενιπέα και το χωριό ξεπροβάλλει κάτω ακριβώς από το «Στρογγυλοβούνι», με τις κορυφές των σπιτιών να βρίσκονται στο ύψος του δρόμου. Καθώς στρίβουμε αριστερά στην κύρια είσοδο διακρίνονται σκορπισμένα ρούχα και άλλα αντικείμενα έξω από μία πρόχειρη κατασκευή. Στη διασταύρωση αυτοκίνητα, κόσμος.

Προχωρώντας μέσα στο χωριό προς τη μικρή πλατεία με το μικρό κτίσμα της Κοινότητας και την ημιτελή εκκλησία εύκολα ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται το τι προηγήθηκε μερικές εβδομάδες πριν. Τα σημάδια στους τοίχους των κτιρίων προδίδουν το ύψος που έφτασε το νερό από τις πλημμύρες. Το ίδιο και το στρώμα ξεραμένης λάσπης ανακατεμένης με τα φύλλα των δέντρων που καλύπτουν την πλατεία και τις άκρες του δρόμου.

«Το χωριό έχει 150 οικογένειες: Οι 50 θέλουμε να φύγουμε»
Κόσμος πηγαινοέρχεται με αυτοκίνητα, σχεδόν όλοι με ρούχα εργασίας, μάσκες, γάντια και μπότες. Καθαρίζουν τα σπίτια τους από τη λάσπη, τα έπιπλα, τα ρούχα τους και τα άλλα αντικείμενα που έγιναν σκουπίδια. Λίγα μέτρα από την πλατεία δύο άνθρωποι καθαρίζουν το σπίτι τους. Πρόκειται για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά που σπουδάζουν.
«Η καταστροφή είναι ολοκληρωτική», θα πουν. Υπολογίζουν ότι θα λάβουν αποζημίωση περίπου 35.000 ευρώ για να επισκευάσουν το σπίτι, ποσό που σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί για να γίνει πάλι το οίκημα κατοικήσιμο, όπως λένε. Νοικιάζουν ένα σπίτι στο χωριό Μάρκος, κοντά στον Παλαμά, για να βρίσκονται κοντά στις δουλειές τους. Όπως αποκαλύπτουν, σε άλλες περιπτώσεις συγγενών και φίλων πλημμυροπαθών, επιτήδειοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση, πλασάροντας ακόμα και πλημμυρισμένα σπίτια σε διπλάσια τιμή από αυτή που τα νοίκιαζαν πριν.

Νοικιάζουν, γιατί το σπίτι δεν θα είναι κατοικήσιμο μέχρι τον χειμώνα, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των κατοικιών της περιοχής. «Το σπίτι είναι μέσα στη λάσπη τα πάντα έχουν καταστραφεί, όλες οι συσκευές και τα πράγματα», λένε, τσαλαβουτώντας μέσα στη λάσπη και τα νερά που υπήρχαν στο πάτωμα. «Οι τοίχοι έχουν ρουφήξει νερό και η ηλεκτρική εγκατάσταση καταστράφηκε. Πρέπει να στεγνώσουν όλα και μετά να επισκευαστούν και να βαφτούν».

«Τελικά, δεν ξέρω αν θέλω να μείνω έτσι όπως έγινε το σπίτι. Ίσως απλά δεν μπορώ μετά από όλο αυτό που περάσαμε», λέει η γυναίκα. Το ζεύγος συμφωνεί με άλλους κατοίκους του χωριού, αλλά και του γειτονικού οικισμού της Μεταμόρφωσης: «Ζητάμε να μάς φτιάξουν ένα σπίτι στον Παλαμά να φύγουμε. Δεν γίνεται να μείνουμε εδώ, γιατί και να φτιάξουμε το σπίτι, μία τέτοια καταστροφή θα ξανασυμβεί».

Πλέον το ζευγάρι πληρώνει τρία ενοίκια, καθώς τα παιδιά τους σπουδάζουν σε διαφορετικές πόλεις. «Τα βγάζουμε πέρα πολύ δύσκολα. Είμαστε ενάμιση μήνα μετά μέσα στη λάσπη», περιγράφουν. Η επίσκεψή μας στο χωριό συνέπεσε με την άφιξη του κλιμακίου καταγραφής των ζημιών. Το ημερολόγιο έδειχνε 21 Οκτωβρίου. Είχαν περάσει 40 ημέρες από την πλημμύρα.
«Μόνο οι εθελοντές βοήθησαν και ο κόσμος που έδινε πράγματα. Το κράτος και η αυτοδιοίκηση απουσίαζαν. Κανένας τους δεν ενδιαφέρθηκε», τονίζει το ζεύγος. Η ίδια θλιβερή εξιστόρηση που ομολογουμένως εξοργίζει συναντάται σε όλες τις αφηγήσεις των κατοίκων. Οι εθελοντές και η αλληλοβοήθεια απέτρεψαν ίσως τα χειρότερα, καθώς προβλήματα υπήρξαν και στην οργάνωση της διανομής των ειδών πρώτης ανάγκης που έστελνε κόσμος από όλη την Ελλάδα.

«Ποιος τη χάρη μου στα 51 μου χρόνια, μπήκα και σε ελικόπτερο», λέει σκωπτικά ο άνδρας, ο οποίος απομακρύνθηκε δια αέρος από το σημείο που είχε καταφύγει, στην εκκλησία του Βλοχού. «Το χωριό έχει 150 οικογένειες, από αυτές οι 50 θέλουμε να φύγουμε να πάμε στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα σε Παλαμά και Καλυβάκια. Αν μάς δώσουν ένα οικόπεδο 500 τ.μ. στον καθένα και μας βοηθήσει το κράτος να χτίσουμε έστω μια απλή εργατική κατοικία, δεν θέλουμε τίποτα παραπάνω, ούτε αποζημίωση».

«Θέλουμε να κρατήσουμε το χωριό ζωντανό»
Άλλοι κάτοικοι που μίλησαν στο Long Stories Short ζήτησαν επιτακτικά να τρέξει η διαδικασία των αποζημιώσεων. Έως τις 21 Οκτωβρίου, μετά την πρώτη αρωγή των 6.600 ευρώ δεν είχαν λάβει άλλα χρήματα. «Μετά από τόσο καιρό, σήμερα ήρθε το κλιμάκιο των μηχανικών», καταγγέλλουν. «Θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανό το χωριό», σημειώνουν, αποκαλύπτοντας έτσι ότι οι απόψεις για το μέλλον του οικισμού διίστανται.

Για την τραγική ημέρα που ο Daniel σάρωσε το χωριό αναφέρουν: «Έσπασε το φράγμα βόρεια του χωριού και μπήκε το νερό. Μετά έσπασαν και σε άλλα σημεία τα φράγματα και το νερό μπήκε με ορμή και από την άλλη πλευρά του χωριού, στα δυτικά, μέσω του καναλιού που συνδέει τον Σοφαδίτη με τον Καλέντζη στη νότια πλευρά του λόφου “Στρογγυλοβούνι”».

«Την ημέρα της πλημμύρας κάποιοι φύγανε. Κάποιοι άλλοι πήγανε στο πάνω χωριό, στο φράγμα στο δρόμο και άλλοι μαζεύτηκαν στην πάνω εκκλησία και μείνανε εκεί για ημέρες. Τα ελικόπτερα κατεβαίναν στο κομμάτι του δρόμου που δεν είχε πολύ νερό και τους έπαιρναν τον κόσμο», περιγράφουν.

Σε ένα δρομάκι του χωριού μία γυναίκα βγάζει πράγματα από το σπίτι της μαζί με μερικούς εργάτες που προσέλαβε. Μαζί της βρίσκονται η μικρή της κόρη και η μητέρα της. «Όλα τα πράγματα καταστράφηκαν. Τίποτα δεν έμεινε. Μόνο οι κορυφές των σπιτιών φαίνονταν στην πλημμύρα», λέει η ίδια. «Η μικρή με ρωτούσε γιατί πετάξαμε το παιχνίδι, το αρκουδάκι της».

Η μητέρα της δείχνει ένα κομμάτι του τοίχου που ήταν κατασκευασμένο από πέτρα, το οποίο. Σε όλο το οίκημα απαιτείται ριζική ανακαίνιση. Οι πόρτες φέρουν σημαντικές ζημιές, τα παράθυρα έσπασαν, στο ένα έχει καταρρεύσει και το κούφωμα με τον τοίχο από πάνω. «Το μόνο που θα κρατήσω από τα πράγματα μας και θα το φτιάξω, είναι το ποδήλατο του παππού μου, αντίκα. Είναι το μόνο που δεν αντέχω να πετάξω», λέει χαρακτηριστικά η γυναίκα.

Δίπλα από το σπίτι, ένα ζευγάρι συνταξιούχων καθαρίζουν και αυτοί με τη βοήθεια εργατών το σπίτι. «Πριν περίπου οκτώ με εννέα χρόνια το έκανα ανακαίνιση. Ήταν το πατρικό μου, εγώ δεν μένω εδώ, αλλά έδωσα πάρα πολλές χιλιάδες ευρώ, γιατί έρχομαι κάποιες φορές τον χρόνο. Τώρα καταστράφηκαν τα πάντα, δεν έμεινε τίποτα», θα πει ο ιδιοκτήτης, την ώρα που η σύζυγός του διερωτάται τι θα κάνουν οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού μέσα σε αυτή την καταστροφή. Λίγο πιο κάτω πλησιάζει και ο γιος τους, με μπότες, γάντια και μια προστατευτική στολή με λίγα πράγματα για να συνεχίσει τις εργασίες καθαρισμού.


«Οι εθελοντές βγάζουν πράγματα, αλλά βγάζουμε πολλά κι εμείς. Καθαρίζουμε όλο το χωριό», θα πει ένας από τους τρεις εργάτες που καθάριζαν τα δύο σπίτια. «Βρήκα να μείνω σε ένα σπίτι στο πάνω χωριό [σ.σ εννοούσε το κομμάτι του οικισμού που λέγεται “Πέρα Βλοχός” και βρίσκεται μετά το ανάχωμα του Ενιπέα). Έτσι όπως είναι και εκείνο… Κανονικά δεν μένεις, αλλά μέχρι τώρα δεν έχω βρει κάτι άλλο».






Ρεπορτάζ: Γιώργος Βασιλείου/Γιώργος Μουρμούρης
Φωτογραφίες: Ορφέας Μπούσουλας
Διαβάστε επίσης: Θεσσαλία – 1: «Μας ξέχασαν»